Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2015

Ζωρζ Σαρή, "Και πάλι στο σχολείο..."

Ζωρζ Σαρή 

1925 – 2012

Αναδημοσίευση από: http://www.sansimera.gr/biographies/484 

Ελληνίδα ηθοποιός και συγγραφέας. Θεωρείται από τους σπουδαιότερους συγγραφείς παιδικών βιβλίων στη χώρα μας.
Η Ζωρζ Σαρή ή Γεωργία Σαρηβαξεβάνη, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, γεννήθηκε τον Μάιο του 1925 στην Αθήνα από Μικρασιάτη πατέρα και Γαλλίδα μητέρα. Από πολύ μικρή άρχισε να ασχολείται με το θέατρο, με δάσκαλο το Βασίλη Ρώτα. Στα χρόνια της Κατοχής φοίτησε στη Δραματική Σχολή του Δημήτρη Ροντήρη, παράλληλα με τη δράση της στην Αντίσταση, μέσα από τις γραμμές της ΕΠΟΝ. Το 1947, μεσούντος του Εμφυλίου Πολέμου, αναγκάστηκε να αυτοεξοριστεί στο Παρίσι, όπου συνέχισε τις σπουδές της στην υποκριτική, στη σχολή του Σαρλ Νιτλέν. Στη γαλλική πρωτεύουσα γνώρισε και παντρεύτηκε τον Αιγυπτιώτη χειρουργό Μάρκελλο Καρακώστα, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά.

Το 1962 επέστρεψε οριστικά στην Ελλάδα και άρχισε να εμφανίστηκε στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Μετά την επικράτηση της Απριλιανής Χούντας το 1967 έμεινε άνεργη και στράφηκε στο γράψιμο. Ως συγγραφέας πρωτοεμφανίσθηκε το 1969, με το μυθιστόρημα Ο Θησαυρός της Βαγίας, που ξεκίνησε σαν παιχνίδι με τα παιδιά της και τους φίλους τους. Το βιβλίο είχε και εξακολουθεί να έχει μεγάλη εκδοτική επιτυχία και το 1985 μεταφέρθηκε στην τηλεόραση. Συνέχισε να γράφει πολλά βιβλία, κυρίως για μικρά παιδιά και νέους, με τη  θεματολογία της να περιστρέφεται πολλές φορές γύρω από σημαντικές στιγμές της νεότερης ελληνικής ιστορίας.
Μαζί με την Άλκη Ζέη καθιέρωσε ένα νέο στυλ στο νεανικό μυθιστόρημα, τόσο από την άποψη του ζωντανού, αυτοβιογραφικού ύφους, όσο και της εισαγωγής του πολιτικού, κοινωνικού και ιστορικού στοιχείου στο είδος, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα η πολιτική σκέψη να μην αποτελεί πια προνόμιο μόνο των ενηλίκων. Με τα βιβλία της  οδήγησε στην απομάκρυνση της ελληνικής παιδικής λογοτεχνίας από τα πρότυπα του 19ου αιώνα, στα οποία κυριαρχούσε το προστατευτικό ύφος, ο ηθικοπλαστικός διδακτισμός και η προβολή ενός ιδεατού κόσμου. Η Ζωρζ Σαρή αντιμετώπισε το παιδί ως αυτόνομο άτομο με δική του προσωπικότητα και προέβαλε ήρωες ρεαλιστικούς.
Το 1994 βραβεύτηκε με το Βραβείο Παιδικού Λογοτεχνικού Βιβλίου για το μυθιστόρημα Νινέτ. Το 1995 και το 1999 βραβεύτηκε από τον Κύκλο Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου. Το 1988 προτάθηκε για το διεθνές βραβείο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Ως ηθοποιός τιμήθηκε το 1960 με το βραβείο Β' Γυναικείου ρόλου του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για την ταινία του  Ντίνου Κατσουρίδη Έγκλημα στα Παρασκήνια.
Η Γεωργία Σαρηβαξεβάνη (Ζωρζ Σαρή) πέθανε στις 9 Ιουνίου 2012, σε ηλικία 87 χρονών.

Βιβλιογραφία

Μυθιστορήματα

  • Ο Θησαυρός της Βαγίας (1969)
  • Το Ψέμα (1970)
  • Όταν ο Ήλιος… (1971)
  • Κόκκινη κλωστή δεμένη… (1974)
  • Τα γενέθλια (1977)
  • Τα στενά παπούτσια (1979)
  • Οι νικητές (1983)
  • Τα Χέγια (1987)
  • Το παραράδιασμα (1989)
  • Η αντιπαροχή (1989)
  • Κρίμα κι άδικο (1990)
  • Nινέτ (1993)
  • Zoυμ (1994)
  • E.Π. (1995)
  • Μια αγάπη για δύο (με την Αργυρώ Κοκορέλη, 1996)
  • Ο Χορός της ζωής (1998)
  • Σοφία (2000)
  • Κλειστά Χαρτιά (με την Μελίνα Καρακώστα, 2001)
  • Ο Κύριός μου (2002)
  • Ο πόλεμος, η Μαρία και το αδέσποτο (2003)
  • Τότε... (2004)
  • Γράμμα από την Οδησσό (2005)
  • Το προτελευταίο σκαλοπάτι (2009)

Παιδικά

  • Το γαϊτανάκι (1973)
  • Ο Φρίκος ο Κοντορεβυθούλης μου (1980)
  • Η σοφή μας η δασκάλα (1982)
  • Η κυρία Κλοκλό (οκτώ βιβλία) (1986-1987)
  • Ο Τοτός και η Τοτίνα (οκτώ βιβλία, 1988 - 1990)
  • Ο Αρλεκίνος (1993)
  • Η Πολυλογού (1993)
  • Ο Αρλεκίνος (2001)
  • Η τουλιπίτσα (2002)
  • Το κουμπί και μια βελόνα (2010)

Θεατρικά

  • Το τρακ (1988)

Φιλμογραφία

  • «Το τελευταίο ψέμμα» του Μιχάλη Κακογιάννη (1958)
  • «Ο άνθρωπος του τραίνου» του Ντίνου Δημόπουλου (1958)
  • «Έγκλημα στα παρασκήνια» του Ντίνου Κατσουρίδη (1960)
  • «Φαίδρα» του Ζιλ Ντασέν (1962)
  • «Φεύγω με πίκρα στα ξένα» του Ερρίκου Θαλασσινού (1964)
  • «Προδοσία» του Κώστα Μανουσάκη (1964)
  • «Το μπλόκο» του Άδωνι Κύρου (1965)
  • «Το νησί της Αφροδίτης» του Γιώργου Σκαλενάκη (1969)
  • «Χάππυ νταίη» του Παντελή Βούλγαρη (1976)
  • «Ελευθέριος Βενιζέλος» του Παντελή Βούλγαρη (1980)
  • «Γενέθλια πόλη» του Τάκη Παπαγιαννίδη (1987)
  •  Το "Ε.Π." της Ζωρζ Σαρή (από την Ευαγγελία Στογιάννη)


    Δείτε στο Ψηφιακό Αρχείο της ΕΡΤ:  

http://digitalschool.minedu.gov.gr/modules/ebook/show.php/DSGL105/229/1692,5422/  

 Εκπομπή της σειράς «ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ» στην οποία η συγγραφέας ΑΛΚΗ ΖΕΗ μιλά για την επίσης συγγραφέα και ηθοποιό ΖΩΡΖ ΣΑΡΡΗ (πραγματικό όνομα ΖΩΡΖ ΣΑΡΙΒΑΞΕΒΑΝΗ). Ανασύρει από τη μνήμη της την όχι τόσο καλή εντύπωση που αποκόμισε όταν πρωτοαντίκρισε τη ΖΩΡΖ ΣΑΡΡΗ στο σχολείο όπου φοιτούσε. Θυμάται την επιμονή της να γίνει ηθοποιός, εξηγεί γιατί τελικά ακολούθησε το επάγγελμα της συγγραφέως, εστιάζεται στην κοινή στάση τους στην ΕΠΟΝ. Διηγείται ιστορίες με τους θαυμαστές της, τις περιπλανήσεις τους ανά την Ευρώπη και την αλληλογραφία τους, τη συνάντησή τους έπειτα από χρόνια στο Παρίσι. Το επεισόδιο διανθίζεται από φωτογραφικό υλικό με τις δημιουργούς και αποσπάσματα από την ταινία «Happy day» του ΠΑΝΤΕΛΗ ΒΟΥΛΓΑΡΗ, όπου πρωταγωνιστούσε η ΖΩΡΖ ΣΑΡΡΗ. 

Διαβάστε επίσης (Παράλληλα κείμενα):

  • Ζωρζ Σαρή, «Τα μπουκλάκια»

Πρώτη Οκτωβρίου, αρχή της σχολικής χρονιάς, και το καλοκαίρι δε λέει να φύγει. Γαντζώνεται στις τριανταφυλλιές, στις γκλισίνες, στην αγράμπελη, στον πλατύφυλλο βασιλικό. Μια βροχή, βροχούλα, ξέπλυνε τα φύλλα των δέντρων, μοσχοβόλησε η γη, μοσχοβόλησε ο κήπος της Αννούλας, μοσχοβόλησε ως και το πεζοδρόμιο. Πολύχρωμες κορδέλες οι μέρες του καλοκαιριού, όλες οι μέρες, που δεν πρόλαβαν να γίνουν αναμνήσεις, στα μαλλιά των κοριτσιών που κόβουν βόλτες στην αυλή περιμένοντας την ώρα του αγιασμού. Τα στόματα κελαηδούν, και λέει η Άλκη:
— Τούτη τη φορά δεν πήγα στο Μαρούσι, πήγα στο Μάτι, μισή ώρα με το ποδήλατο ως το Καβούρι της Ζωρζ, και πάλι ο μπαμπάς είπε το «όχι» του...
Η Λίλη πήγε στη Γερμανία. Τη ρωτούν:
— Και πώς ήταν το Βερολίνο;
— Πώς θέλετε να είναι; Σαν Βερολίνο, απαντάει, λες και είναι το Βερολίνο παγωτό χωνάκι...
Η Αθηνά πήγε στα Μέθανα, σε ξενοδοχείο, για να κάνει η μαμά της ιαματικά λουτρά, και τα πέρασε πολύ ωραία:
— Είχε κι άλλα κορίτσια και κάναμε παρέα, παίζαμε αμπάριζα, περνάει περνάει η μέλισσα...
Η Τίλδα έμεινε στην Αθήνα:
— Κάθε βράδυ πήγαινα σινεμά κι έτρωγα παγωτό κασάτο κι όλη την άλλη μέρα διάβαζα Στέφαν Τσβάιχ, Ντελύ, τον «Αρχισιδηρουργό» του Ονέ, του Ζωρζ Ονέ...
Δεν είπε στις φίλες της πως, διαβάζοντας τον «Αρχισιδηρουργό», έκλαιγε κι ορκίστηκε να γίνει κι εκείνη συγγραφέας.
Η Κική πήγε πάλι στη Μάνη, στα μεγαλεία των προγόνων της, η φαντασία της καλπάζει:
— Έκανα ιππασία...
— Πες καλύτερα γαϊδουροκαβαλαρία... την πείραξε η Άλκη.
Η Μίνα —άκουσον, άκουσον!— οι δικοί της είπαν να την παντρέψουν μ' έναν πολύ πλούσιο, λίγο μεγαλούτσικο...
— Να μην τελειώσω καν το γυμνάσιο;
Και δώσ' του τύλιγε τα μαλλιά της με κουρελάκια...
Η Μίνα έχει έντεκα αδέρφια, τρεις αδερφούς κι οχτώ αδερφές, όλες ανύπαντρες...
Η Μαριάννα πήγε στη Θεσσαλονίκη κι ύστερα πήγε στο πρώτο πόδι της Χαλκιδικής, στην Κασσάνδρα, κι ήταν η αμμουδιά απέραντη, κι ήταν η θάλασσα διάφανη, κι εκείνη τόσο έρημη...
— Όλη μέρα ψηνόμουν μοναχή στον ήλιο και διάβαζα του κόσμου τα βιβλία...
— Γι' αυτό μοιάζεις με φραντζολάκι που μόλις βγήκε από το φούρνο... της λέει η Ζωρζ, που πολύ την αγαπάει.
Η Πόπη μάζευε μασημένες τσίχλες. Θύμωναν οι γονείς της. Την έντυναν, τη στόλιζαν...
— Με το ζόρι μ' έσερναν στις βεγκέρες τους...
Κι εκείνη το μυαλό της το είχε στον Κολοκοτρώνη.
Η Αθηνούλα —αχ, η Αθηνούλα!— πήγε στην Ελβετία.
— Σκαρφαλώναμε με το Σπύρο στα ψηλά βουνά, καταπράσινα, κι ήταν κάτι σαλέ με τζάκια και πουπουλένια παπλώματα, κι εγώ νοσταλγούσα τον κοιτώνα μου...
Η Αννούλα στο Φάληρο, με καπέλο ως να γείρει ο ήλιος κι ύστερα μάλλινο ζακετάκι, να μην κρυολογήσει το παιδί...
Η Άλμπα, η τυχερή, πήγε στην Ιταλία.
Η Ίντα πήγε στην Αβησσυνία, στο παλάτι του Χαϊλέ Σελασιέ.
Ακούει η Ζωρζ και ζηλεύει.
— Μόνο την κάμαρά μου να βλέπατε! Ένα κρεβάτι με ουρανό και κουνουπιέρες αραχνοΰφαντες, κι όταν τρώγαμε, πάντα με το βασιλιά, οι δούλοι με τις μεταξωτές κελεμπίες γύρω από το τραπέζι, κι όλα άστραφταν, τα πιάτα ασημένια, χρυσά τα ποτήρια!
Κι η Λένα, πού πήγε η Λένα;
— Μαντέψτε, λέει στις φίλες της.
— Στην Αμερική, βελάζει η Όλγα, που έκοψε την κοτσίδα της και μοιάζει με πρόβατο.
— Στην Κηφισιά, πού αλλού; Λείπει ο Μάρτης από τη Σαρακοστή; Στο Σεμίραμις ήταν μια ορχήστρα που έπαιζε ταγκό, και ξέρετε με ποιον χόρευα; Μαντέψτε!
Οι φίλες δε μαντεύουν, κι εκείνη συνεχίζει:
— Με τον Τάυρον Πάουερ, δηλαδή με τον Πετρίδη, τον απόφοιτο των Αρρένων, με το Γιάννη Πετρίδη, που είναι ωραίος σαν τον Τάυρον Πάουερ και χορεύει σαν θεός. Κι ύστερα από μια βδομάδα έφυγε, κι έμεινα εγώ μπουκάλα να κλαίω τη μοίρα μου...
Καλοκαιριάτικο πυροτέχνημα ο Πετρίδης.
Η Ζωρζ λέει τα πιο πολλά:
— Η παράγκα μας γέμισε κόσμο, μια αδερφή της μαμάς από τη Σενεγάλη μαζί με τη φίλη της, μια Λέα Παλ, μια όμορφη, μια εξαντρίκ, μια δημοσιογράφο που μας χτένιζε σαν να ήμασταν αρχαίες Ελληνίδες κι όλο τραβούσε φωτογραφίες, κι ο μπαμπάς γελούσε, του άρεσε η Λέα Παλ, και ήταν στην πλαϊνή παράγκα μια οικογένεια με δυο αγόρια, οι Σβώλοι, μεγάλοι, πάνε στο πανεπιστήμιο, που είχαν γραμμόφωνο, και τα βράδια πηγαίναμε στη βεράντα τους και χορεύαμε «το ταγκό, το ωραιότερο του κόσμου είναι αυτό που χορέψαμε μαζί...»
Τραγουδάει η Ζωρζ, και χτυπάει ο κώδων. Η ώρα του αγιασμού.
Η κυρα-Μάρθα με τον μπαρμπα-Στάθη είχαν κατεβάσει ένα τραπέζι, το είχαν σκεπάσει μ' ένα άσπρο σεντόνι, και η κυρα-Μάρθα είχε κόψει από τη γλάστρα της ένα μάτσο βασιλικό για το ράντισμα, κι όλοι περίμεναν.
Ο πάτερ Ανδρέας μπροστά, με την αγιαστούρα, το σταυρό, με τα χρυσοστόλιστα άμφια, και πίσω του η κυρία Ερασμία.
Οι μαθήτριες, με το πρόσταγμα της γυμνάστριας, μπήκαν ανά τρεις σε δυο σειρές και περίμεναν ν' αρχίσουν οι ψαλμοί.
Η φωνή του πάτερ Ανδρέα ζεστή, βαθιά, δε βιάζεται.
— Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε. Νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν.
Τρεις φορές κάνει το σταυρό του. Σηκώνει το βλέμμα του προς τον ουρανό.
Κύριε, εισάκουσον της προσευχής μου, ενώτισαι την δέησίν μου εν τη αλήθεια σου, εισάκουσον μου εν τη δικαιοσύνη σου. Και μην εισέλθεις εις κρίσην μετά τον δούλον σου...
(Μια μεγάλη ανάσα, και)
Ότι δικαιωθήσεται ενώπιόν σου πας ζων...
Όταν τέλειωσε ο αγιασμός, όταν όλες οι μαθήτριες, στη σειρά, μία μία, φίλησαν το σταυρό κι ύστερα το χέρι του πάτερ Ανδρέα, η κυρία Ερασμία από τον εξώστη έβγαλε λόγο.
Καλωσόρισε τις μαθήτριες με ύφος λες κι έφταιξαν πριν ακόμη προλάβουν να κάνουν την αταξία. Τους είπε:
— Το σχολικόν έτος να σταθεί σταθμός εις τον πολιτισμόν των Ελλήνων με οδηγητήν τον Αρχηγόν, τον Ιωάννην Μεταξά. Εσείς αι μαθήτριαι πρέπει να κρατήσετε την δάδα αυτού του πολιτισμού αναμμένη. Η κοσμιότης είναι το πρώτιστον καθήκον, ως εκ τούτου απαγορεύονται τα μπουκλάκια...
Κι έτσι, ξεκάρφωτα, συνέχισε:
— Από αύριο καταργούνται. Αν δεν τα καταργήσετε μόνες σας, θα τα καταργήσει το ψαλίδι μου.
Οι μαθήτριες που είχαν μπουκλάκια πάγωσαν. Δηλαδή, σκέφτηκε η Μίνα, δε θα ξανατυλίξω τα μαλλιά μου με κουρελάκια και θα 'ρχομαι στο σχολείο με τα πράσα μου; Και δεν παντρεύομαι καλύτερα; Έκλαιγε όλη την ημέρα, μούσκεψε το τετράδιο της ιχνογραφίας. Έκλαιγαν και οι άλλες, όσες είχαν μπουκλάκια. Ήταν μια Κόκαλη, μια μεγάλη της Πέμπτης, που κάθε βράδυ κατσάρωνε το μαλλί της με καυτό ψαλίδι. Ήταν και τα μπουκλάκια της Μαριάννας, όμως όλοι ήξεραν πως το μαλλί της ήταν μπουκλωτό από φυσικού του. Έπεφτε στο κρεβάτι, ξυπνούσε, σηκωνόταν, ούτε που χτενιζόταν, το μαλλί της έμενε κατσαρό. Τα μπουκλάκια πλαισίωναν το πρόσωπό της, το ομόρφαιναν. «Δώρο Θεού» έλεγε η μαμά της. Η Κική, με τα φτωχά κοτσιδάκια της, ζήλευε, η Αλκή ήθελε τόσο πολύ να κόψει το μαλλί της κοντό και να το σγουραίνει με ψαλίδι, όμως ο μπαμπάς της δεν την άφηνε. Όσο για τη Ζωρζ, δεν είχε να ζηλέψει. Το μαλλί της, κοντό, αλά γκαρσόν, ήταν όλο σκάλες.
Έτσι, οι μαθήτριες της Γ' Γυμνασίου, έξω από τη Μίνα, που όλο έκλαιγε, δεν ανησυχούσαν. Δεν τους είχαν αλλάξει τάξη, είχαν ξαναβρεί τους ξεθωριασμένους ήρωες του '21, το Χριστό να κρέμεται σαν πέρσι, σαν πρόπερσι, με την κόκκινη καρδιά στο χέρι, και προπαντός είχαν ξαναβρεί τους αγαπημένους δασκάλους: την Α.Κ, τον Παπαδόπουλο, τον καλοκάγαθο Κουμαράτο, τον κουφό Καλιμάνη που ποτέ δεν τις μάλωνε...
Η μόνη καινούρια δασκάλα ήταν η δεσποινίς Τσαπαρούχα. Μια σχεδόν γριά με κόκκινα βαμμένα μαλλιά, πολύ αραιά. Έβλεπες μέσα από τις σχολαστικά χτενισμένες τρίχες της το ροδαλό της κρανίο. Πίστευε πως ήταν μεγάλη ζωγράφος κι έλεγε πως η ζωγραφική της προπορευόταν της εποχής της. Ύστερα από πολλά χρόνια θα αναγνώριζαν την αξία της. Προς το παρόν, για έναν πενιχρό μισθό, αναγκαζόταν να διδάσκει σχέδιο στα σχολεία. Τις [sic] άρεσαν οι θάλασσες, τα βουνά, τα ηλιοβασιλέματα, ένα καΐκι με πανί να στέκει ασάλευτο στη μέση του τοπίου. Έτσι λοιπόν, εκείνη τη Δευτέρα, επειδή ο Κουμαράτος ήταν άρρωστος, έκανε εκείνη μάθημα στην Γ' Γυμνασίου.
Ήταν η πρώτη γνωριμία με τη δεσποινίδα Τσαπαρούχα.
Η Ζωρζ, με το μυαλό της στα πρωινά λόγια της κυρίας Ερασμίας, σήκωσε το χέρι:
— Δεσποινίς, δεσποινίς, μπορούμε να διαλέξουμε το θέμα που θα ζωγραφίσουμε;
Η δεσποινίς Τσαπαρούχα χάρηκε με το ενδιαφέρον της μικρής.
— Και ποιο θέμα προτείνεις, παιδί μου;
Η Ζωρζ ήταν προετοιμασμένη:
— Ένα κεφάλι με μπουκλάκια...
Δηλαδή; παραξενεύτηκε η δεσποινίς Τσαπαρούχα, που δεν κατάλαβε. Το κεφάλι του Ερμή;
— Να ζωγραφίσουμε το κεφάλι της Μαριάννας.
— Και ποια είναι η Μαριάννα;
— Εγώ, φώναξε η Μαριάννα, και σηκώθηκε όρθια.
Ομορφούλικο αυτό το κεφάλι με τα μπουκλωτά μαλλιά. Γιατί να φέρει αντίρρηση η καθηγήτρια;
— Αν η Μαριάννα δέχεται να κάνει το μοντέλο, ν' ανέβει στην έδρα. Είσαστε όλες σύμφωνες;
— Ναίαιαι! απάντησε με μια φωνή η τάξη.
Η Μαριάννα ανέβηκε στην έδρα, στάθηκε ακίνητη, και οι συμμαθήτριές της άρχισαν να ζωγραφίζουν: ένα στρογγυλό πρόσωπο με μάτια αμυγδαλωτά, με μυτούλα σηκωμένη, με καρδούλα στόμα και γύρω γύρω μπούκλες και μπουκλάκια. Δεν ήταν δα και τόσο δύσκολο. Όλες λίγο πολύ τα κατάφερναν. Η δεσποινίς Τσαπαρούχα έσκυβε από πάνω από τα σκίτσα κι ένιωθε πανευτυχής. Μοίραζε γενναιόδωρα τα μπράβο της κι αναλογιζόταν πώς θα μπορούσε να στήσει μέσα στο σχολείο, στην αίθουσα μουσικής και ρυθμικής, μια έκθεση με τα έργα των μαθητριών της. Οι γονείς θα έρχονταν να τα θαυμάσουν και να τη συγχαρούν. Το γερασμένο της πρόσωπο έλαμπε.
Τι ήταν, Χριστέ μου, να μπει εκείνη τη στιγμή η κυρία Ερασμία; Ποιος διάβολος την έσπρωξε; Μπήκε, χοντρή, κοντή, μαυροφορούσα, και ρώτησε:
— Τι κάνετε;
— Πολύ καλά, ευχαριστούμε, εσείς πώς είστε; της απάντησε η δεσποινίς Τσαπαρούχα.
— Θέλω να πω, τι ζωγραφίζετε;
Και γύρισε και κοίταξε τη Μαριάννα, που στεκόταν μαρμαρωμένη στην έδρα.
Η δεσποινίς Τσαπαρούχα εξήγησε:
— Ζωγραφίζουμε το «κεφάλι με τα μπουκλάκια», και συνέχισε:
— Κυρία Δελαπόρτα, σας συγχαίρω για τις μαθήτριές σας, έχουν όλες ταλέντο, και A PROPOS σκεφτόμουν...
Θύμωσε η κυρία Ερασμία:
— A PROPOS, ποιος διάλεξε το θέμα;
Δεν κατάλαβε η δεσποινίς Τσαπαρούχα ούτε θυμόταν ποια μαθήτρια το είχε διαλέξει.
— Δηλαδή τι εννοείτε;
— Εννοώ πως τα μπουκλάκια απαγορεύονται. Η Κωβαίου έπρεπε να δώσει το καλό παράδειγμα. Κωβαίου, στο διάλειμμα να έλθεις στο γραφείο μου!
Οι μαθήτριες παράτησαν τα χρωματιστά μολύβια τους. Η Μαριάννα δεν κατάλαβε γιατί έπρεπε να πάει στο γραφείο της κυρίας Ερασμίας. Σε τι είχε φταίξει;
Το κεφάλι με τα μπουκλάκια έμεινε ανολοκλήρωτο.
[πηγή: Ζωρζ Σαρή, Ε.Π., Μυθιστόρημα, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2005 (16η έκδ.), σ. 181-187] 


  • Ζακ Πρεβέρ, «Σελίδα γραπτού»

Δύο και δύο τέσσερα
τέσσερα και τέσσερα οχτώ
οχτώ κι οχτώ κάνουν δεκάξι.
Επαναλάβατε! λέει ο δάσκαλος.
Δύο και δύο τέσσερα
τέσσερα και τέσσερα οχτώ
οχτώ κι οχτώ κάνουν δεκάξι.
Μα να το πουλί-λύρα
που περνά στον ουρανό.
Το παιδί το βλέπει,
το παιδί το ακούει,
το παιδί το φωνάζει:
Σώσε με,παίξε μαζί μου,
πουλί!
Τότε το πουλί κατεβαίνει
και παίζει με το παιδί.
Δύο και δύο τέσσερα.
Επαναλάβατε! λέει ο δάσκαλος.
Και το παιδί παίζει,
το πουλί παίζει μαζί του…
Τέσσερα και τέσσερα οχτώ
οχτώ κι οχτώ κάνουν δεκάξι
δεκάξι και δεκάξι πόσα κάνουν;
Δεν κάνουν τίποτα δεκάξι και δεκάξι
και προπάντων όχι τριάντα δύο
έτσι ή αλλιώς
και φεύγουν.
Και το παιδί έκρυψε το πουλί
μες στο θρανίο του
κι όλα τα παιδιά
ακούν το τραγούδι του
κι όλα τα παιδιά ακούν τη μουσική
κι οχτώ κι οχτώ στη βόλτα τους φεύγουν
και τέσσερα και τέσσερα και δυο και δυο
στη βόλτα τους το σκάνε
κι ένα κι ένα δεν κάνουν ούτε ένα ούτε δύο
ένα ένα το ίδιο φεύγουν.
Και το πουλί-λύρα παίζει
και το παιδί τραγουδάει
κι ο καθηγητής φωνάζει:
Πότε θα πάψετε να κάνετε τον καραγκιόζη!
Μα όλα τ' άλλα παιδιά
ακούν τη μουσική
και οι τοίχοι της τάξης
σωριάζονται ήσυχα.
Και τα τζάμια ξαναγίνονται άμμος
το μελάνι ξαναγίνεται νερό
τα θρανία ξαναγίνονται δένδρα
η κιμωλία ξαναγίνεται ακρογιαλιά
το φτερό ξαναγίνεται πουλί.
[πηγή: Ζακ Πρεβέρ, Κουβέντες, μτφρ. Μιχάλης Μεϊμάρης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1994, σ. 124-125]


  • Οδυσσέα Ελύτη, «Το "Τετράδιον της Μαθητρίας"»

Κοιμάμαι κι ονειρεύομαι προβλήματα
         όλα τα πυθαγόρεια θεωρήματα
Τα θαύματα της τριγωνομετρίας
         μέσα στο μπλε «Τετράδιον της Μαθήτριας»

Απ' την αρχή την Κάθοδο των Αχαιών
         τις μάχες των Ελλήνων κατά των Περσών
Να μάθω για τον πόλεμο της Τροίας
         μέσα στο μπλε «Τετράδιον της Μαθητρίας»

Των αγοριών τα κεφαλαία ονόματα
          και τα γυμνά σχεδιασμένα σώματα
Παλιόλογα και λόγια της λατρείας
          μέσα στο μπλε «Τετράδιον της Μαθητρίας».
[πηγή: Οδυσσέας Ελύτης, «Το "Τετράδιον της Μαθητρίας"», Τα ρω του έρωτα (1972), Ποίηση, Ίκαρος, Αθήνα 2002 (2η έκδ.), σ. 291]

  • Ελένης Σαραντίτη, Κάποτε o κυνηγός... (απόσπασμα)

"Οι φιλίες είναι δύσκολες, γιαγιά, κι αν είσαι σε τάξη που χρειάζεσαι ώρες μελέτη, φροντιστήρια και λοιπά, και δεν είσαι φίλος από μικρός, ε, τότε είναι αδύνατες…"

Δεν ήθελα. Δεν ήθελα να της πω ότι προσπάθησα άπειρες φορές ν' αποκτήσω μια φίλη, να βρεθώ κοντύτερα με μια κοπέλα, τη Φοίβη ή τη Ρούλα ή τη Μαρία, που μάλιστα παίζει και ακορντεόν στις εκδρομές, ή το Χαράλαμπο που του αρέσει το διάβασμα και συχνά τον συναντώ στη βιβλιοθήκη, αλλά δεν το κατόρθωσα. Ήταν αρνητικοί απέναντι μου, σχεδόν όλοι τους, ή, το λιγότερο, επιφυλακτικοί, κι εγώ μαζευόμουν μ' αυτό το φέρσιμο, κλεινόμουν. Καταλάβαινα ότι κάθε απόπειρα θα ήταν καταδικασμένη κι ας ανταλλάσσαμε τον τελευταίο καιρό, αραιά και πού, καμία λέξη, περισσότερο για τα μαθήματα, μπα, μάταιος κόπος, που μου άφηνε και μια πίκρα στον ουρανίσκο, πίκρα που περίσσευε όταν τους άκουγα να μιλούν για τα προγράμματα της τηλεόρασης, που εμείς δεν είχαμε κι επομένως δεν ήμουν ενημερωμένη, κι ούτε και για τα μουσικά συγκροτήματα είχα ιδέα, μήτε για τους ηθοποιούς, ε, τι να σου κάνουν, θα φοβόνταν κιόλας πως θα μιλούσα συνέχεια για τον Πούσκιν ή για τον Νικολάι Γκόγκολ. Στο κάτω κάτω μια ανθρώπινη σχέση πόσο μάλλον μια φιλία, πρέπει να την επιθυμούν κι οι δυο πλευρές. Δεν τα είπα αυτά στη γιαγιά, δεν ήθελα να την πικράνω. Και η γιαγιά: "Αμαρτία, παιδάκι μου, αμαρτία να παραμερίζεται η καρδιά μπροστά στο διάβασμα. Γίνεται χωρίς καρδιά πρόοδος; Όχι. Μαραγκιάζει ο άνθρωπος. Ή ξεσπάει αλλού. Γι' αυτό πρόσεχε. Ό,τι δεν έδωσες τόσο καιρό κι ό,τι δεν έλαβες, μην ξεθαρρέψεις και τ' ακουμπήσεις όλα πάνω σ' έναν άνθρωπο. Ένα παιδί. Τουλάχιστο ας μη βιαστείς…".

"Αλλά, γιαγιά, μου φαίνεται βιάστηκα λιγάκι. Είναι που όλα ήρθαν τόσο ξαφνικά. Και που ήταν τόσο φιλικός, τόσο ευγενικός. Από την πρώτη στιγμή. Με όλους μας. Και δεν ξέρω για τους δικούς του, μα ο Σωτήρης είναι άλλος άνθρωπος…"
"Ναι, δε λέω, άνθρωπος με καρδιά. Έτσι δείχνει. Καλή πάστα. Όμως η οικογένεια του… Με τις ιδέες τους. Με την περιουσία τους. Ξέρεις, θα το πάρουν ανάποδα"
[πηγή: Ελένη Σαραντίτη, Κάποτε o κυνηγός..., εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 1996. Το απόσπασμα ανθολογείται στο βιβλίο Νέα Ελληνικά (Α΄ Τάξη, 1ου Κύκλου, Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης), Ο.Ε.Δ.Β., Αθήνα σ. 162-163]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.