Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Γιώργος Ιωάννου, "Να' σαι καλά, δάσκαλε!"

Γιώργος Ιωάννου, 1927-1985
Ο Γιώργος Ιωάννου - το πραγματικό του όνομα ήταν Σορολόπης και το άλλαξε στα 1955 - γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και σπούδασε Φιλολογία. Δούλεψε ως καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση και για κάποια χρόνια στο Υπουργείο Παιδείας.



Στην αρχή εμφανίστηκε στα ελληνικά Γράμματα ως ποιητής και στη συνέχεια στράφηκε στην πεζογραφία. Πολλά όμως από τα θέματα των ποιημάτων του και ιδίως τα αυτοβιογραφικά στοιχεία απαντώνται και στα αφηγηματικά του κείμενα. Η αμαρτία, η ενοχή, η ειρωνεία και ο αυτοσαρκασμός, αλλά και το χιούμορ, αποτελούν τα βασικότερα.


Το πρώτο πεζογραφικό του έργο είναι το Για ένα Φιλότιμο (1964) που εκδόθηκε ένα χρόνο μετά την έκδοση της τελευταίας του ποιητικής συλλογής. Ακολούθησε Η σαρκοφάγος (1971) και Η μόνη Κληρονομιά (1974). Ο Ιωάννου εμπνέεται από τη Θεσσαλονίκη της κατοχικής και μετακατοχικής εποχής, τους προσφυγικούς συνοικισμούς, τα Εβραίικα. Ο αφηγητής στα κείμενά του είναι συνήθως ένας ευαίσθητος, ντροπαλός έφηβος, βασανισμένος και φτωχός. Αυτός ο αφηγητής μέσα από τη λειτουργία της μνήμης αναφέρεται σε ό,τι έχει παρατηρήσει, με γλώσσα υπαινικτική, όπου κυριαρχούν οι μικρές περίοδοι, ενώ η σύνδεση των προτάσεων είναι κυρίως παρατακτική. Συχνά το πρώτο πρόσωπο εναλλάσσεται με το τρίτο και με αυτό τον τρόπο η δεδομένη συμμετοχή του αφηγητή διαβαθμίζεται. Ο χώρος των κειμένων του συγγραφέα είναι η πόλη, έστω και κατακερματισμένη, μακριά όμως από τη φύση.
[ΠΗΓΗ: Πολιτιστικός Θησαυρός της Ελληνικής Γλώσσας]

  • Δείτε την ανάλυση του αποσπάσματος σε μια δημιουργία της Κατερίνας Προκοπίου.
  • Νικόλαος Πολίτης (1852-1921). Λαογράφος, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από τα μαθητικά του χρόνια αναπτύσσεται το έντονο ενδιαφέρον του για το λαϊκό βίο. Μαθητής γυμνασίου ακόμη, δημοσιεύει λαογραφικές μελέτες στα περιοδικά Ευτέρπη και Πανδώρα. Σπούδασε φιλολογία και νομικά, και έγινε μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός. Εξέδωσε με τον Σπυρίδωνα Λάμπρου τα "Νεοελληνικά Ανάλεκτα Παρνασσού". Συνδέθηκε φιλικά με τον βυζαντινολόγο Κάρλ Κρουμπάχερ. Εργάστηκε στην Βιβλιοθήκη της Βουλής και κατέλαβε θέσεις στο Υπουργείο Παιδείας. Εισηγήθηκε την διδασκαλία της δημοτικής στα σχολεία. Το 1890 έγινε καθηγητής Μυθολογίας και Ελληνικής Αρχαιολογίας στο
    Πανεπιστήμιο Αθηνών, του οποίου διετέλεσε και πρύτανης. Το 1908 ίδρυσε την Ελληνική Λαογραφική Εταιρεία, το 1909 εξέδωσε το περιοδικό "Λαογραφία" και το 1918 ίδρυσε το Λαογραφικό Αρχείο. Σημαντικότερα έργα του είναι: "Μελέται περί του βίου και της γλώσσης του ελληνικού λαού" και "Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού". 

  • Περιηγηθείτε εικονικά το Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας - Θράκης στη Θεσσαλονίκη: http://www.lemmth.gr/eikonike-periegese
  • Επισκεφθείτε τον ιστοχώρο  του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών:http://www.kentrolaografias.gr/
  • Δείτε έναν κατάλογο των Ιστορικών και Λαογραφικών Μουσείων: http://odysseus.culture.gr/h/1/gh110.jsp?theme_id=23  
  • Ακούστε από τη Δανάη σε μουσική και στίχους Αττίκ (Κλέωνα Τριανταφυλλίδη), "Την ώρα που περνούσε τ' οργανάκι". 

  • Διαβάστε ακόμη ένα απόσπασμα από το "Εφήβων και μη", Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1984, Πρώτη Έκδοση Έργου:1982 

       «Σκέφτομαι τον πατέρα μου»
Κάθομαι καμιά φορά και κάνω κάτι λογαριασμούς, που σε έναν άλλον, ακόμα και παρόμοιο μου, θα φαινόταν ίσως αρκετά περίεργοι. Προσπαθώ να βρω πόσοι από τους γνωστούς μου — και λέγοντας γνωστούς μου, εννοώ φίλους, γνώριμους, γείτονες, ακόμα και ανθρώπους που δε με ξέρουν, ενώ εγώ κάπως τους ξέρω, δηλαδή δεν τους έχω απλώς ακουστά — πόσοι από αυτούς δουλεύουν και πόσοι δε δουλεύουν. Και για να προφυλάξω τον εαυτό μου, να μη μεγαλοποιώ τα πράγματα, προσπαθώ να κινούμαι πολύ μεθοδικά, μια και το ζήτημα τόσο με ενδιαφέρει. Επειδή δεν έχω στη διάθεσή μου στατιστικές, ούτε άλλωστε έχω σ' αυτές εμπιστοσύνη, εξετάζω τους ανθρώπους μέσα σε πλαίσια που παρουσιάζουν σταθερότητα και όχι ρευστότητα πληθυσμιακή. Πιάνω πολυκατοικίες ολόκληρες, που είτε έχω κατοικήσει σ' αυτές ή κατοικώ, είτε βρίσκονται απέναντί μου, πολύ κοντά μου, και γνωρίζω πολλά για την κατάσταση των ενοίκων τους. Τους εξετάζω κατά οικογένειες, τους εξετάζω και κατά άτομα. Και, τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγω είναι πάντοτε συνταραχτικά ομοιόμορφα. Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους αυτούς δε δουλεύουν, και σε πολλές οικογένειες συμβαίνει να μη δουλεύει κανένας τους. Και όμως, όχι μόνο δε ζουν χειρότερα από μας, που δουλεύουμε, μπορώ να πω, συνεχώς, αλλά ζουν πολύ ή και απείρως καλύτερα. Και μιλώ για μεσοαστικές γειτονιές και μεσοαστικές ή και μικροαστικές συνάξεις, και δεν πάει ο νους μου σε γειτονιές πλουσίων, με θρυλικά πια ονόματα, που με τα καμώματά τους θα φάνε όλη την τάξη τους καμιά ώρα, γιατί εκεί τα φαινόμενα αυτά είναι αυτονόητα και αναλυμένα κατά τρόπο εξαιρετικά επίμονο και μονότονο από τους διάφορους θεωρητικούς.
Κάθε πρωί λοιπόν είμαι από τους πολύ λίγους, που ξεκινούν την ίδια ώρα από την γειτονιά για τη δουλειά τους, και φυσικά ξέρω πια όλους αυτούς τους πολύ λίγους, όπως κι αυτοί εμένα, ξέρω το βάδισμα και το ρυθμό τους, ξέρω πότε έχουν αργήσει και πότε μπόρεσαν να φύγουν πέντε δέκα λεφτά πιο νωρίς, οπότε βαδίζουν με την άνεση των ανθρώπων που τους περιμένει ένα κανονικό «καλημέρα», τόσο που κι εγώ ο αργοπάτητος τους προσπερνώ, ώσπου να ενωθούμε με τα μεγάλα ποτάμια των εργαζομένων, που κατεβαίνουν απ' την Ακαδημίας, Πανεπιστημίου και Σταδίου, και να πάψουμε — εγώ τουλάχιστο — να νιώθουμε σαν κάτι το ιδιαίτερο.
Δε θέλω να πω ότι ζηλεύω αυτούς που δεν εργάζονται, τους λυπάμαι μάλλον, ανησυχώ για την πνευματική και σωματική υγεία τους, που αποκλείεται να είναι καλή, και θα 'θελα, αν περνούσε από το χέρι μου να τους έβγαζα από τη θέση τους αυτή, που προκαλεί τον οίκτο, αλλά και τη βαθιά αγανάκτηση. Όχι τη ζήλια, όπως, θαρρούν οι ίδιοι, στην προσπάθειά τους όλα να τα μικρύνουν, μα τη βαθιά αγανάκτηση.
Αλλά, επίσης, λυπάμαι, κλαίω μέσα μου, όταν σκέπτομαι τον πατέρα μου και όλους τους ομοίους του, χθεσινούς και τωρινούς - γιατί, βέβαια, ο πατέρας μου δεν αποτελούσε καμιά ιδιαίτερη περίπτωση - κλαίω για τη φοβερή δουλειά, την άπειρα σκληρή δουλειά, την επικίνδυνη δουλειά, την ακατάπαυστη, που ήταν υποχρεωμένος να κάνει, για να του δώσουν στο τέλος ένα μισθουδάκι, που μας έφτανε δε μας έφτανε ως τις 25 του μηνός. Τις υπόλοιπες πέντε ή έξι μέρες — γιατί ακόμα κι αν τραβούσε 31 ο μήνας, είχε αυτό σημασία για μας, και ο Φλεβάρης ήταν ό πιο αγαπητός - τις περνούσαμε μέσα σε φοβερή στέρηση αλλά και στυγνή αξιοπρέπεια. Όλα, ακόμα και η μετάβασή μας με το τραμ κάπου, αναβάλλονταν για τις πρώτες μέρες του μήνα.
Και όμως ο άνθρωπός μας δούλευε σαν το σκλάβο, δεν είχε ώρα πηγαιμού και ερχομού, δεν ήξερε τι θα πει κρύο ή ζέστα, χιόνι ή βροχή , καθώς ως θερμαστής δούλευε το φτυάρι σε κείνη την ανοιχτή από πίσω μεριά ατμομηχανή, που την πήγαινε, με τα δικά του μπράτσα και μόνο, στη Φλώρινα, στη Δράμα, στην Αλεξανδρούπολη ή στη Λάρισα.
Και ξαναλέω· στη θέση του ήταν άπειροι, όχι μόνο σ' αυτή τη δουλειά, αλλά και σε πολλές άλλες παρόμοιες. Εγώ όμως που δεν είμαι ούτε κοινωνιολόγος ούτε θεωρητικός καμιάς κοσμοθεωρίας - και ούτε θέλω να είμαι - μιλώ από τα απτά αυτά που ξέρω, φωτισμένα, βέβαια, από κάποιον κρυφό φωτισμό.
Ο άνθρωπος αυτός τελικά πέθανε στο διάδρομο ενός νοσοκομείου, τη μόνη και τελευταία φορά που χρειάστηκε να καταφύγει εκεί.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.