Τρίτη, 16 Ιουλίου 2019

"Οι Βλάχοι της Πυλαίας" (Α' Μέρος)

Τα παρακάτω κείμενα αποτελούν αποσπάσματα εργασίας (με κάποιες απαραίτητες διορθώσεις αλλά και προσθαφαιρέσεις) που εκπονήθηκε το 1994 στα πλαίσια Σεμιναρίου Κατάρτισης Στελεχών Πολιτιστικής Ανάπτυξης του τότε Δήμου Πυλαίας. Προϊόν του Σεμιναρίου ήταν το συλλογικό έργο Καπουτζήδα του χθες, Πυλαία του σήμερα (ISBN 960-7613-00-7) σε επιμέλεια του Γιάννη Σιδέρη. "Οι Βλάχοι της Πυλαίας" βασίστηκαν, κατά κύριο λόγο, σε προφορικές μαρτυρίες Βλάχων κατοίκων της Πυλαίας.

Ζαρδαβά Γεωργία, Χιωτέρη Αικατερίνη, "Οι Βλάχοι της Πυλαίας", στο Σιδέρης Γιάννης (επιμ.), Καπουτζήδα του χθες, Πυλαία του σήμερα, Δήμος Πυλαίας, 1994, σσ. 69-86.

ΟΙ ΒΛΑΧΟΙ ΤΗΣ ΠΥΛΑΙΑΣ
Ι. ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Α. Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΒΛΑΧΩΝ ΤΗΣ ΠΥΛΑΙΑΣ
Οι Βλάχοι της Πυλαίας έλκουν την καταγωγή τους από τα Μεγάλα Λιβάδια στο βουνό Πάικο του Κιλκίς. Οι Μεγαλολιβαδιώτες, ωστόσο, δεν είχαν κοινή καταγωγή. Πολλοί από αυτούς κατάγονταν από τη Μοσχόπολη, άλλοι από τη Γράμμοστα και άλλοι από το Περιβόλι της Ηπείρου.
Η εγκατάστασή τους στα Μεγάλα Λιβάδια, αν και είχε το χαρακτήρα της μονιμότητας (χτισμένα ιδιόκτητα σπίτια, αποθήκες, στάβλοι, μαντριά), παρ' όλα αυτά ήταν εποχιακή. Ως κτηνοτρόφοι οι Βλάχοι αναγκάζονταν να μετακινούνται από περιοχή σε περιοχή, σε μια προσπάθεια να εξασφαλίσουν πλούσια βοσκοτόπια για τις ανάγκες των κοπαδιών τους.
Στα μέσα του του φθινοπώρου, την ημέρα του Άι -Δημήτρη (26 Οκτώβρη), οι Βλάχοι εγκατέλειπαν μαζί με τα κοπάδια τους το χωριό τους, μια που η διαμονή εκεί αλλά και η επιβίωση των ζώων τους, κατά τη διάρκεια του χειμώνα,  ήταν πρακτικά αδύνατη. Στα Μεγάλα Λιβάδια παρέμενε ένας μικρός αριθμός οικογενειών, αφού προηγουμένως εφοδιάζονταν με όλες τις αναγκαίες προμήθειες για το βαρύ χειμώνα, που τους περίμενε. Οι οικογένειες αυτές ουσιαστικά λειτουργούσαν ως φύλακες του χωριού, για ένα διάστημα έξι περίπου μηνών, όσο διαρκούσε, δηλαδή, η εγκατάλειψη του χωριού από τους κατοίκους του. Το σύνθημα της επιστροφής πίσω στο Πάικο δινόταν στα μέσα της άνοιξης, τη μέρα του Άι - Γιώργη (23 Απρίλη).
Όλες οι οικογένειες δεν κατευθύνονταν σε μια και μόνο τοποθεσία για τα χειμαδιά τους. Άλλες κατέβαιναν στις κοντινές με τα Μεγάλα Λιβάδια περιοχές, όπως στη Γουμένισσα, στην Ηλιούπολη και στα Γιαννιτσά, ενώ άλλες κατευθύνονταν ακόμα μακρύτερα, όπως στη Συκιά της Χαλκιδικής.

Β. ΠΥΛΑΙΑ: ΧΕΙΜΕΡΙΝΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΒΛΑΧΩΝ
Ένας από τους τόπους που επιλέχτηκαν για χειμαδιά ήταν και η Πυλαία (Καπουτζήδα). Οι λόγοι της επιλογής της συγκεκριμένης τοποθεσίας θα πρέπει να σχετίζονται τόσο με τα πλούσια βοσκοτόπια της περιοχής όσο και με τις δυνατότητες μιας σχετικά άνετης διαβίωσης, λόγω των οικοδομημάτων που προϋπήρχαν. 
Είναι δύσκολο να καθοριστεί πότε έγινε η πρώτη χειμερινή εγκατάσταση στην Πυλαία. Είναι, ωστόσο, διαπιστωμένο ότι από τις αρχές ήδη του β' μισού του 19ου αι., αναφέρονται Βλάχοι γεννημένοι στην Πυλαία και προς το τέλος του αιώνα δηλώνονται και γεννήσεις στα δημοτολόγια της κοινότητας Καπουτζήδας.
Αποκλειστικά για χειμαδιά η Πυλαία χρησιμοποιήθηκε ως τη δεκαετία του '30. Στο διάστημα αυτό του μεσοπολέμου εντοπίζονται και οι πρώτες αγορές σπιτιών. Μέχρι τότε οι Βλάχοι νοίκιαζαν τους χώρους που χρησιμοποιούσαν για το ξεχειμώνιασμά τους. Οι χώροι αυτοί μπορούσαν να είναι είτε σπίτια είτε αποθήκες, ανάλογα πάντα με την οικονομική δυνατότητα της κάθε οικογένειας.
Οι πρώτες εγκαταστάσεις έγιναν στις εγκαταλελειμμένες κόρδες (επιμήκεις κατασκευές χτισμένες με πέτρες και λάσπη. Το πάτωμα ήταν από πατημένο χώμα και φωτίζονταν από φεγγίτη) των κολίγων, τις οποίες οι Βλάχοι νοίκιαζαν, όπως νοίκιαζαν και τους βοσκότοπους. Δώδεκα οικογένειες εγκαταστάθηκαν στα χαμηλά σπιτάκια, που υπήρχαν στην πίσω αυλή του μεταξουργείου Μπενοζίλιο, το οποίο οι Βλάχοι αποκαλούσαν "Λατίνο". Οι υπόλοιπες οικογένειες εγκαταστάθηκαν στις κόρδες πίσω από την οδό του Προφήτη Ηλία.
Οι Βλάχοι ποτέ δεν προσπάθησαν να δώσουν στη χειμερινή τους διαμονή ένα χαρακτήρα σταθερότητας και μονιμότητας. Το νοικοκυριό τους αποτελούνταν από τα τελείως απαραίτητα, ενώ το σύνολο της οικοσκευής τους καθώς και τα πολύτιμα αντικείμενα (κοσμήματα, λίρες) παρέμεναν καλά φυλαγμένα στα Μεγάλα Λιβάδια. Ο προσωρινός αυτός χαρακτήρας της εγκατάστασης θα διατηρηθεί μέχρι και το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η ολοσχερής καταστροφή των Μεγάλων Λιβαδίων από τις γερμανικές ορδές και η απώλεια των περισσότερων περιουσιών έστρεψε τους Βλάχους στην αναζήτηση μιας νέας αρχής. Το γεγονός ότι κάποιοι ήδη από αυτούς είχαν αποκτήσει κατά τα προηγούμενα χρόνια σπίτια στην Πυλαία, τους έστρεψε στην απόφαση της οριστικής πια εγκατάστασης στον τόπο που μέχρι τότε χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά για χειμαδιά.
Στο νέο τους τόπο οι Βλάχοι θα εγκατασταθούν κατά σόγια. Κάθε σόι θα δημιουργήσει θα δημιουργήσει τη δική του γειτονιά. Χαρακτηριστικές είναι οι βλάχικες γειτονιές στα τσιφλίκια Μουσλού και Μπέης, που θα διατηρήσουν την τούρκικη ονομασία τους.
Οι περιοχές που επιλέγουν να κατοικήσουν και να στήσουν τις στάνες τους είναι κατά κανόνα στην περιφέρεια της τότε Πυλαίας. Αυτό συνέβαινε για δύο κυρίως λόγους: για να αποφύγουν την ανάμειξη με το ντόπιο στοιχείο, αλλά και γιατί, λόγω των κτηνοτροφικών δραστηριοτήτων, έπρεπε να βρίσκονται μακριά από το κέντρο της Πυλαίας. Η βοσκή των ζώων γινόταν στην περιοχή μεταξύ των συνοικισμών Κωνσταντινοπολίτικων και Πανοράματος και στον Ελαιώνα, στη θέση Μπαλά. Με τη μόνιμη εγκατάστασή τους στην περιοχή οι Βλάχοι απαλλάχτηκαν από την υποχρέωση καταβολής ενοικίου για τη χρήση των βοσκοτόπων και απέκτησαν το δικαίωμα της ελεύθερης βοσκής των ζώων τους. Ωστόσο εξακολουθούν να αποφεύγουν την αγορά γης, ακόμη και όταν πρόκειται να εγκαταστήσουν σε αυτή τα μαντριά τους.

Γ. ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΒΛΑΧΩΝ -ΝΤΟΠΙΩΝ (ΚΑΠΟΥΤΖΗΔΙΑΝΩΝ)
Οι σχέσεις μεταξύ ντόπιων και Βλάχων ήταν υποτυπώδεις. Και οι δύο κοινότητες απέφευγαν την επαφή μεταξύ τους ακόμη και για τις απλούστερες οικονομικές δοσοληψίες. Οι ντόπιοι απέφευγαν να αγοράσουν κτηνοτροφικά προϊόντα από τους Βλάχους και οι Βλάχοι με τη σειρά τους απέφευγαν την αγορά γεωργικών προϊόντων από τους Καπουτζηδιανούς. Και οι μεν και οι δε προτιμούσαν να κάνουν τις αγορές τους στη Θεσσαλονίκη.
Καθώς και οι δύο κοινότητες ήταν ιδιαίτερα κλειστές και συντηρητικές αλλά και οι διαφορές στη νοοτροπία, στις αξίες και στη γλώσσα συνέβαλαν, ώστε να διαβιούν περιχαρακωμένες, ακολουθώντας η καθεμιά ανεξάρτητη πορεία τόσο κοινωνικά όσο και οικονομικά.
Η μακρόχρονη, όμως, συγκατοίκηση και η συνεχής πια επαφή άρχισαν να μεταβάλουν σιγά σιγά στάσεις και συμπεριφορές. Στις αρχές του 1960 παρατηρούνται και οι πρώτοι μεικτοί γάμοι, χωρίς ωστόσο να λείπουν οι κατακρίσεις. Τις επόμενες δεκαετίες η συμβίωση των δύο κοινοτήτων θα ομαλοποιηθεί, χωρίς ωστόσο να εξαλειφθούν εντελώς αντιλήψεις του παρελθόντος.

"Οι Βλάχοι της Πυλαίας" (Β' Μέρος)

II. ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΖΩΗ
 Α. ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗ
Η έγκυος γυναίκα δεν ανακοίνωνε ποτέ την κατάστασή της είτε στο σύζυγό της είτε σε κάποια από τις γυναίκες του σπιτιού. Λόγω του αισθήματος ντροπής που αισθανόταν, η γυναίκα περίμενε να γίνει η εγκυμοσύνη της αντιληπτή από τους οικείους της, προτού το παραδεχτεί και η ίδια.
Η εγκυμοσύνη δεν γινόταν ποτέ αιτία, για να μειωθεί ο φόρτος εργασίας της γυναίκας. Η παρακολούθηση υπήρχε, βέβαια, ωστόσο η έγκυος γυναίκα δεν απαλλασσόταν από καμιά εργασία, όσο βαριά και αν ήταν. Συνέχιζε να ασχολείται με όλες τις δουλειές του σπιτιού, να πλένει, να ζυμώνει ή να μεταφέρει ξύλα, ακόμη και σε κατάσταση προχωρημένης εγκυμοσύνης. Έτσι, δεν ήταν σπάνιο το φαινόμενο να γεννάει σε ανοιχτούς χώρους κατά τη διάρκεια κάποιας εργασίας της.
Οι Βλάχοι συνήθιζαν να προβλέπουν το φύλο του εμβρύου: εάν η κοιλιά ήταν ψηλά και στρογγυλή, τότε η έγκυος θα αποκτούσε αγόρι, ενώ, αν ήταν χαμηλά και πλατιά, τότε θα γεννούσε κορίτσι.
Β. ΓΕΝΝΗΣΗ -ΛΟΧΕΙΑ
Με τους πρώτους πόνους ειδοποιούνταν η μαμμή. Στη διαδικασία του τοκετού παραβρισκόταν συνήθως μόνο η πεθερά, ενώ η μητέρα της ετοιμόγεννης, ο σύζυγός της και οι υπόλοιποι συγγενείς περίμεναν έξω από το σπίτι. Η μητέρα της εγκύου παραβρισκόταν σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις: εάν δεν βρισκόταν κοντά η πεθερά ή της το ζητούσε η συμπεθέρα της.
Πριν από την έναρξη του τοκετού, η μαμμή προετοιμαζόταν. Αποστείρωνε με οινόπνευμα τα ψαλίδια που θα χρησιμοποιούσε  και τα χέρια της με σαπούνι και οινόπνευμα.
Μόλις γεννιόταν το μωρό, το έπλεναν και το φάσκιωναν με υφαντά μάλλινα σπάργανα.  Στη συνέχεια το απόθεταν σε έναν ειδικά διαμορφωμένο χώρο, δίπλα στο τζάκι, το πιο ζεστό μέρος του σπιτιού. Δίπλα ξάπλωνε και η μητέρα.
Αφού ολοκληρωνόταν η περιποίηση του βρέφους και της λεχώνας, η μαμμή μαζί με την πεθερά ανακοίνωναν το φύλο του μωρού στους συγγενείς, που περίμεναν έξω από το σπίτι. Αμέσως τα μικρά παιδιά ξεκινούσαν και τρέχοντας  πήγαιναν σε όλα τα συγγενικά σπίτια, για να μεταφέρουν το νέο. Για τον κόπο τους, λάμβαναν φιλοδώρημα, σχεδόν πάντοτε χρήματα. 
Φιλοδώρημα για τις υπηρεσίες της έπαιρνε και η μαμμή: μια πετσέτα, μια ποδιά, ζάχαρη και τρεις πλάκες σαπούνι.
Στο σπίτι της λεχώνας έμπαινε τηγάνι στη φωτιά, για να ετοιμαστούν οι λαγγίτες, γλυκό φτιαγμένο με προζύμι και αλεύρι, πασπαλισμένο με ζάχαρη ή μέλι. Οι λαγγίτες μοιράζονταν σε όλους, όσοι έρχονταν στο σπίτι, για να ευχηθούν για το μωρό, αλλά στέλνονταν και στα σπίτια των υπόλοιπων συγγενών. Σε κάθε γέννα τηγανίζονταν συνήθως 200-300 λαγγίτες, μια ολόκληρη σκάφη με ζύμη.
Οι συγγενείς άρχιζαν σιγά σιγά να καταφθάνουν στο σπίτι της λεχώνας, φορτωμένοι συνήθως με διάφορα γλυκά: χαλβά, λουκούμια, λαγγίτες αλλά και φρέσκο ψωμί. Στο μωρό δώριζαν πάντα ρουχαλάκια, ενώ οι παππούδες κρεμούσαν μια λίρα.
Η λεχώνα έμενε ξαπλωμένη στο κρεβάτι της τρεις μέρες. Τα φαγητά που της προσέφεραν ήταν ελαφριά, συνήθως σούπες. Την τρίτη ημέρα γινόταν το "πουγουνίκ": μαζεύονταν οι στενοί συγγενείς στο σπίτι της λεχώνας και ετοιμαζόταν γιορταστικό τραπέζι. Το φαγητό που θα σερβιριζόταν ήταν η φασολάδα. Η λεχώνα δεν έπαιρνε μέρος στο τραπέζι, αλλά παρακολουθούσε ξαπλωμένη δίπλα στο τζάκι, έχοντας το μωρό της αγκαλιά.
 Η παράδοση ήθελε, αυτό το βράδυ, να  επισκέπτονται το μωρό οι μοίρες, για να ορίσουν το ριζικό του. Η μάνα θα έμενε ξύπνια, για να ακούσει τις ευχές τους.
Την ένατη μέρα ερχόταν στο σπίτι ο παπάς, για να δώσει τις ευχές του και να ευλογήσει τη λεχώνα και το βρέφος.
 Για σαράντα μέρες η λεχώνα δεν έβγαινε από το σπίτι της, ενώ ασχολούνταν μόνο με ελαφριές δουλειές. Μπορούσε να βγει στην αυλή της, ποτέ όμως το βράδυ. Στο διάστημα αυτό, των 40 ημερών, δεν ερχόταν σε καμιά επαφή με τον άνδρα της.



Γ. ΣΑΡΑΝΤΙΣΜΑ 
Για το σαράντισμα η πεθερά χάριζε στη νύφη της καινούργιο φόρεμα. Αυτό το φόρεμα θα φορούσε η λεχώνα, για να πάει στην εκκλησία για το σαράντισμα. Μαζί της θα ήταν και η πεθερά. Αφού ο παπάς διάβαζε τις ευχές, η λεχώνα μαζί με το μωρό και την πεθερά θα επισκέπτονταν τρία συγγενικά σπίτια. Εκεί θα τους κερνούσαν, ενώ θα έβαζαν μέσα στα σπάργανα του μωρού μαλλί και ζάχαρη, για "ν' ασπρίσει, να γεράσει".
Δ. ΒΑΠΤΙΣΗ  
Προτεραιότητα για να δοθεί το όνομά τους στο μωρό είχαν πάντοτε οι γονείς του γαμπρού, αλλά και ο κουμπάρος είχε το δικαίωμα να επιλέξει όνομα. Η βάπτιση γινόταν στην εκκλησία αλλά και στο σπίτι στην περίπτωση που δεν ήταν δυνατή η πρόσβαση στην εκκλησία.  Τότε ο παπάς θα έφερνε μαζί του φορητή κολυμβήθρα.
Κατά τη διάρκεια της βάφτισης οι γονείς περίμεναν στο σπίτι. Μόλις δινόταν το όνομα στο μωρό, τα μικρά παιδιά έτρεχαν στους γονείς για να το ανακοινώσουν. Για τον κόπο τους θα έπαιρναν χρήματα. 
Τα ρούχα του μωρού για τη βάπτιση ήταν πάντα δώρο του νονού. Στο σπίτι οι παππούδες θα κρεμούσαν στο νεοφώτιστο μια χρυσή λίρα, ενώ στους συγγενείς θα κερνούσαν λουκούμια.

"Οι Βλάχοι της Πυλαίας" (Γ' Μέρος)

ΙΙ. ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΖΩΗ
Ε.  ΛΟΓΟΣ - ΑΡΡΑΒΩΝΑΣ 
Ο αρραβώνας αποφασιζόταν πάντα από τους πατέρες του αγοριού και του κοριτσιού, χωρίς να απαιτείται η συγκατάθεση των γυναικών τους είτε του γαμπρού και της νύφης. Η συμφωνία για τον αρραβώνα επερχόταν και σε στιγμές κεφιού ανάμεσα σε φίλους, με τη φράση "δεν συμπεθεριάζουμε;". Εφόσον αποφασιζόταν το συμπεθεριό, ο πατέρας του γαμπρού θα έστελνε μια λίρα στη μέλλουσα νύφη του, σημάδι ότι τώρα πλέον είναι αρραβωνιασμένη. Δεν ήταν σπάνιες οι φορές που οι αρραβώνες αυτού του είδους γίνονταν σε πολύ μικρή ηλικία, από 5 -10 ετών.
Δεν έλειπε, ωστόσο, και ο θεσμός του προξενητή. Η πρωτοβουλία ανήκε πάντοτε στον πατέρα του γαμπρού, ο οποίος θα έστελνε στο σπίτι της κοπέλας τον προξενητή. Ο προξενητής μπορούσε να είναι άνδρας ή γυναίκα, συγγενικό ή ξένο πρόσωπο. Τα άτομα που αναλάμβαναν τα καθήκοντα του προξενητή έχαιραν πάντοτε ιδιαίτερης εκτίμησης από τη βλάχικη κοινότητα.
Καθήκον του προξενητή ήταν να εκθέσει τις χάρες και τα προτερήματα του γαμπρού, αλλά και να εκθέσει την οικονομική του κατάσταση. Δεν ήταν σπάνιο να καταφθάνουν  το ίδιο βράδυ πολλοί προξενητές, σταλμένοι από διάφορους υποψήφιους πεθερούς και να εκθέτει ο καθένας τις χάρες του δικού του γαμπρού.
Εφόσον οι χάρες του γαμπρού θεωρούνταν επαρκείς από τους γονείς του κοριτσιού, έκλεινε και η συμφωνία. Ως "σημάδι" για τη σύναψη της συμφωνίας έδιναν στον προξενητή ένα μαξιλάρι ή μια πετσέτα. Τότε πληροφορούσαν και τη κοπέλα - η οποία δεν παραβρισκόταν στη συζήτηση - ότι πλέον είναι λογοδοσμένη.
Μόλις έπαιρναν τα "σημάδια", οι γονείς του γαμπρού μαζί με τον προξενητή επισκέπτονταν την κοπέλα, για να δώσουν επίσημα "λόγο". Τα πεθερικά έδιναν στη μέλλουσα νύφη τους ένα χρυσό νόμισμα, λίρα συνήθως, ως επικύρωση της συμφωνίας. Η νύφη δώριζε ένα ζευγάρι μαξιλάρια στον πεθερό, στην πεθερά ένα τσεμπέρι και κάλτσες και στον προξενητή μια πετσέτα ή ένα μαξιλάρι. Μετά το δώρισμα όριζαν και την ημέρα του αρραβώνα.
Ο αρραβώνας γινόταν στο σπίτι της κοπέλας. Καλεσμένοι ήταν όλοι οι στενοί συγγενείς, τα πεθερικά, ο προξενητής, όχι όμως και ο γαμπρός. Τα συμπεθέρια έφερναν μαζί τους το "ποαμίλι" (μαντήλι με ξηρούς καρπούς) και κουφέτα. Τα κουφέτα αυτά ανακατεύονταν με τα κουφέτα της νύφης, για να επιβεβαιώσουν την ένωση. Το γλέντι από το μοίρασμα των δώρων της νύφης σε όλους τους συγγενείς αλλά και στον προξενητή.
Οι αρραβωνιασμένοι δεν συναντιόνταν ποτέ κατά τη διάρκεια του αρραβώνα τους, όσα χρόνια και αν κρατούσε. Πολλές φορές δεν γνώριζαν ούτε την εξωτερική εμφάνιση του μέλλοντα ή της μέλλουσας συζύγου τους, εάν τύχαινε ο γαμπρός και η νύφη να είναι από  διαφορετικά χωριά. Η πλειοψηφία των ζευγαριών συναντιόταν για πρώτη φορά τη μέρα του γάμου τους.
Σε κάθε μεγάλη γιορτή (Χριστούγεννα, Πάσχα, Απόκριες) και για όσο διάστημα κρατούσε ο αρραβώνας, η μητέρα του γαμπρού επισκεπτόταν τη μέλλουσα νύφη της και της δώριζε μια χρυσή λίρα και ένα μεταξωτό μαντήλι, σημάδι ότι η συμφωνία ισχύει.

"Οι Βλάχοι της Πυλαίας" (Δ' Μέρος)

ΙΙ. ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ

ΣΤ. ΓΑΜΟΣ

α) Αναγγελία γάμου
Ένα μήνα πριν το γάμο, οι γονείς του γαμπρού μαζί με τα αδέρφια του πήγαιναν στο σπίτι της νύφης. Μαζί της η πεθερά είχε το ποαμίλι (μαντήλι με ξηρούς καρπούς) και φλουριά, ως δώρο στη νύφη. Αφού  η νύφη κερνούσε τα πεθερικά της, οριζόταν και η ημερομηνία του γάμου: 15 Αυγούστου, ημέρα της Κοίμησης της Θεοτόκου, περίοδο κατά την οποία όλοι οι Βλάχοι βρίσκονταν στα Μεγάλα Λιβάδια. Μέχρι και το Β'ΠΠ οι γάμοι γίνονταν μόνο το Δεκαπενταύγουστο. Ο παπά του χωριού πήγαινε από σπίτι σε σπίτι για να τελέσει τους γάμους, ενώ όλο το χωριό ήταν καλεσμένο σε κάποιο γάμο. Εκείνη την ημέρα τελούνταν μέχρι και 20 γάμοι. Το έθιμο άλλαξε με την οριστική εγκατάσταση των Βλάχων στην Πυλαία.
Με τον ορισμό του γάμου, άρχιζε και η ετοιμασία της προίκας: βάψιμο μαλλιών (βελέντζες) και πλύσιμο. Οι γυναίκες που βοηθούσαν στην προετοιμασία τιμώνται με πλούσιο τραπέζι.
β) Οι ετοιμασίες του γάμου
Οι ετοιμασίες του γάμου άρχιζαν τρεις μέρες πριν από τη στέψη. Την Πέμπτη το πρωί καλούσαν τους φίλους του γαμπρού για το κόψιμο των ξύλων, που θα χρησιμοποιούνται στο άναμμα των φούρνων. Η πρόσκληση γινόταν με το μπούκλο, ξύλινο μπουκάλι το οποίο περιείχε κρασί.  Οι φουρτάτσι ή μπρατίμια, οι φίλοι δηλαδή του γαμπρού, αποδέχονταν την πρόσκληση πίνοντας από το μπουκάλι.
Το βράδυ της ίδιας μέρας ετοιμαζόταν και το προζύμι για τα ψωμιά και τα κουλάκ, επτάζυμα ψωμιά φτιαγμένα με ρεβιθάλευρο και βασιλικό, στολισμένα με στραγάλια, σταφίδες και κουφέτα. Τα κουλάκ μοιράζονταν την επόμενη μέρα στους φουρτάτσι του γαμπρού ως προσκλητήρια για το γάμο. Από ένα κουλάκ αντάλλασσαν και τα συμπεθέρια.
Συγχρόνως με τις ετοιμασίες για τα ψωμιά, στο σπίτι της νύφης γινόταν και γλέντι. Στο τραπέζι σερβιριζόταν φασολάδα, ενώ οι συγγενείς διασκέδαζαν τραγουδώντας, χωρίς όμως τη συνοδεία οργάνων. 
Την Παρασκευή το πρωί, και από τα δύο  σπίτια, ξεκινούσαν οι άνδρες για το μάζεμα των ξύλων που θα χρησιμοποιούνταν στο άναμμα των φούρνων. Οι γυναίκες στο σπίτι ετοίμαζαν τη ζύμη, για να φουρνίσουν τρεις φορές ψωμί και τρεις φορές κουλάκ.
Αυτήν την ημέρα έδειχνε και η νύφη τα προικιά της σε συγγενείς και φίλους. Την ίδια μέρα νεαρές κοπέλες μοίραζαν από σπίτι σε σπίτι τα 'προσκλητήρια" για το γάμο. Η πρόσκληση γινόταν με μήλα ή ροδάκινα μέσα σε μαντήλια ή ποδιές. Τα προσκλητήρια στέλνονταν και από τα δύο σπίτια.
Το Σάββατο το πρωί γινόταν το σφάξιμο των αρνιών για το γλέντι που θα γινόταν το βράδυ αλλά  και την επόμενη μέρα στα δύο σπίτια. Η σφαγή των ζώων γινόταν πάντα κάτω από τους ήχους των τραγουδιών και συνοδευόταν με μεζέδες, κυρίως τα συκώτια των ζώων, και άφθονο ούζο. Οι γυναίκες έπλεναν τα κρέατα και ετοίμαζαν το τραπέζι για όσους εργάζονταν στις ετοιμασίες του γάμου. Τα φαγητά που σερβίρονταν το μεσημέρι ήταν συνήθως κριάρι, προβατίνα ή γίδα στιφάδο.
Παράλληλα ετοιμάζονταν και τα καζάνια που θα χρησιμοποιούνταν για το μαγείρεμα των φαγητών που θα προσφέρονταν το βράδυ. Τα φαγητά αυτά ήταν συνήθως κρέας με κριθαράκι και προβατίνες στη σούβλα ή στο φούρνο. Για επιδόρπιο σερβίριζαν το γιανομάτι, τα εντόσθια και τα συκώτια των ζώων μαγειρεμένα με ρύζι.
Το  βράδυ ξεκινούσε και στα δύο σπίτια το γλέντι, με τη συνοδεία οργάνων αυτή τη φορά. Στο σπίτι του γαμπρού ετοιμαζόταν η χλάμπουρα (φλάμπουρο ή μπαϊράκι). Την κατασκευή του την αναλάμβανε ειδικός τεχνίτης, ενώ παραστέκονταν οι φουρτάτσι αλλά και οι συγγενείς ρίχνοντας χρήματα στον τεχνίτη και τραγουδώντας στα βλάχικα (οι στίχοι αποδίδονται στα ελληνικά):
Ράψε, ράφτη, χλάμπουρα, μωρέ, χλάμπουρα, (δις)
Μήλα και λουλούδια όμορφα,
ράψε, ράφτη, τη χλάμπουρα. (δις)
Η χλάμπουρα αποτελούνταν από ένα μακρύ ξύλο, το οποίο στη μια άκρη του απέληγε σε σταυρό. Στις τρεις άκρες του σταυρού έμπηγαν τρία μήλα, ενώ, μετά την απελευθέρωση, έδεναν και μια ελληνική σημαία. Στο τέλος προσέθεταν  λουλούδια και τα "τσαγκαράκια" (κουδουνάκια).
Καθένα από τα εξαρτήματα αυτά είχε το δικό του συμβολισμό: ο σταυρός σήμαινε ότι ο γαμπρός είναι χριστιανός, η σημαία ότι είναι Έλληνας, τα μήλα ότι είναι υγιής, τα λουλούδια ότι η νύφη είναι όμορφη και τα "τσαγκαράκια" ότι ο γαμπρός θα πάρει τη νύφη από το σπίτι της με τη συνοδεία οργάνων.
Ο χορός στο σπίτι του γαμπρού άρχιζε με επικεφαλής τον κουμπάρο, ο οποίος κρατούσε στα χέρια του τη χλάμπουρα, ακολουθούσε ο γαμπρός και οι υπόλοιποι συγγενείς. Το γλέντι κρατούσε και στα δύο σπίτια μέχρι τις μικρές πρωινές ώρες.


 

"Οι Βλάχοι της Πυλαίας" (Ε' Μέρος)

ΙΙ. ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΖΩΗ

ΣΤ. ΓΑΜΟΣ 
Γάμος στα Μεγάλα Λιβάδια (15 Αυγούστου 1927). Νύφη η  Μαρία (Μαρέγκα) Ρουσάκη (14 ετών) και γαμπρός ο Γιάννης Δόσπρας (16 ετών). Απέκτησαν 13 παιδιά από τα οποία έζησαν τα 7 (πέντε κόρες και δυο γιοι).
γ) Η μέρα του γάμου
Τη μέρα του γάμου το ντύσιμο της νύφης γινόταν από τις φιλενάδες της. Το νυφικό ήταν βελούδινο σε χρώμα πράσινο, βυσσινί ή μοβ  και στολισμένο με πολλά φλουριά. Στο κεφάλι φορούσε άσπρη μεταξωτή μαντήλα με κορώνα (είδος γιρλάντας), την οποία και θα φορούσε για τρεις μέρες. Το ντύσιμο συμπληρωνόταν από ποδιά κεντημένη στο χέρι, ενώ στα πόδια φορούσε παπούτσια λουστρίνια. 
Την ώρα του στολισμού οι φιλενάδες τραγουδούσανε χαρούμενα αλλά και "βαριά" τραγούδια. Το πιο συνηθισμένο ήταν το ακόλουθο:
Νεραντζούλα φουντωμένη,
Πού' ναι  τα άνθη σου,
Πού' ναι τα άνθη που' χες πρώτα,
Πού' ναι η ομορφιά,
Φύσηξε βοριάς, αέρας
και τα σκόρπισε.
Σε παρακαλώ, βοριά μου,
Φύσα σιγανά, νεραντζούλα,
Να περάσουν τα καράβια,
Μέσα στην Τουρκιά, νεραντζούλα,
Που' χει μέσα παλικάρια
Κι όμορφα παιδιά, νεραντζούλα,
Για να πάρουνε την Πόλη,
Την Αγια-Σοφιά, νεραντζούλα.
Αφού ολοκληρωνόταν ο στολισμός της νύφης, οι συγγενείς θα την αποχαιρετούσαν δίνοντάς της ταυτόχρονα και χρήματα. Οι γονείς κρεμούσαν μια λίρα.
Την ίδια ώρα γινόταν και το ντύσιμο του γαμπρού από τους φουρτάτσι. Τα ρούχα έπρεπε πρώτα να ζυγιστούν και έπειτα να ντυθεί με αυτά ο γαμπρός. Αφού ολοκληρωνόταν το ντύσιμο, οι γονείς του τού κρεμούσαν μια λίρα περασμένη σε λουλούδι.
Τότε θα ξεκινούσαν ο γαμπρός με τον κουμπάρο και τους υπόλοιπους συγγενείς για το σπίτι της νύφης. Στη διαδρομή πήγαιναν χορεύοντας. Μπροστά από τα όργανα πήγαιναν τα μπρατίμια με τη χλάμπουρα και πίσω ακολουθούσαν ο γαμπρός με τον κουμπάρο και τους υπόλοιπους συγγενείς. Μόλις έφταναν στην είσοδο του σπιτιού, ο γαμπρός έκανε  τρεις φορές το σταυρό του, ενώ τα δύο σόγια άρχιζαν να τραγουδούν ένα περιπαικτικό τραγούδι σε μορφή διαλόγου (εδώ αποδίδεται στα ελληνικά):
Σόι γαμπρού: -Βγες, νύφη, να σε δούμε, ήρθε ο γαμπρός να σε πάρει.
Σόι νύφης: -Έχω μια μητέρα και έναν πατέρα που δεν με δίνουν.
Σόι γαμπρού: -Τη μητέρα σου και τον πατέρα σου θα βρούμε τρόπο να τους ξεγελάσουμε.
Σόι νύφης: -Έχω όμως έναν αδελφό μεγάλο που δεν με δίνει. Έχω όμως και έναν μικρό που θα με δώσει.

Σε αυτό το σημείο έβγαινε η νύφη από την πόρτα του σπιτιού. Ο γαμπρός γύριζε την πλάτη, για να μην τη δει, και το τραγούδι συνεχιζόταν.
Σόι γαμπρού: -Αχ! τι σας πήραμε, μια κόρη όμορφη!
Σόι νύφης: - Σιγά τι σας δώσαμε, σας δώσαμε ένα "χαβαλέ"!

Τότε ήταν και η στιγμή για να μπει ο γαμπρός με τους γονείς του στο σπίτι της νύφης. Η μητέρα του γαμπρού θα έδινε στη νύφη μια λευκή μαντήλα με λίρες. Τις λίρες αυτές η νύφη θα τις κρεμούσε στο λαιμό της.
Στη συνέχεια ο αδελφός ή η μεγαλύτερη αδελφή της νύφης θα κρεμούσε στο γαμπρό μια λίρα. Μαζί με τη λίρα ο γαμπρός θα δεχόταν και ένα ηχηρό χαστούκι "για να είναι ο γαμπρός γερός". Αφού δεχτεί το χαστούκι, ο γαμπρός θα φιλούσε το χέρι όλων των συγγενών της νύφης, οι οποίοι θα του έδιναν χρήματα.
Μετά τον χαιρετισμό έφτανε η ώρα του αποχωρισμού της νύφης από το πατρικό της. Κατά την έξοδό της από το σπίτι οι συγγενείς τραγουδούσαν λυπητερά τραγούδια, αποχαιρετισμού: "Μια Παρασκευή", "Αφήνω γεια στο μαχαλά". Το δεύτερο τραγούδι έχει ελληνικούς στίχους, ο ρυθμός της μουσικής είναι χαμηλός και ο τόνος μελαγχολικός.

Αφήνω γεια στο μαχαλά και γεια στα παλικάρια
ναι 'γω πάω, πάω στα Γιάννενα, στα έντεκα κονάκια
πάω να γίνω μπέησα.
Πάω να γίνω μπέησα στον Τούρκο το κονάκι.
Βρίσκω το μπέη ανίβονταν (δις)
σε μια χρυσή λεκάνη. 
- Καλή σου μέρα, μπέη μου (δις).
-Καλώς τη βλαχοπούλα.
Ναι 'συ 'σαι η Βλάχα η όμορφη, η Βλάχα η παινεμένη,
που 'χει τα χίλια πρόβατα (δις)
και πεντακόσια γίδια.
Λύκος να φάει τα πρόβατα και τσάκαλος τα γίδια.
Και μια αρρωστιά να βρει και τον τσομπάνι
να μείνει η Βλάχα, η Βλάχα μοναχή (δις).

Τότε η νύφη θα έκανε τρεις φορές το σταυρό της στην είσοδο του σπιτιού και η πομπή ξεκινούσε για το σπίτι του γαμπρού, όπου θα γινόταν και η στέψη. Την ίδια ώρα φορτωνόταν σε άλογα και κάρα και η προίκα της νύφης. Τα εσώρουχα και τα ρούχα τοποθετούνταν σε καρυδένιο σκαλιστό μπαούλο, φτιαγμένο ειδικά για προικιά. Τα υπόλοιπα προικιά τοποθετούνταν στα χαράρια, μάλλινα υφαντά τσυβάλια με ασπρόμαυρα καρό σχέδια. Τα ογκώδη προικιά (βελέντζες -γιαμπόλες, κουβέρτες) φτιάχνονταν σε δέματα.
Τη μεταφορά της προίκας την εμπόδιζαν ένα ή δύο αγόρια, συγγενείς της νύφης. Ο γαμπρός τους έδινε τότε φιλοδώρημα και τα προικιά ξεκινούσαν μαζί με τη πομπή για το σπίτι του γαμπρού. Οι συγγενείς της νύφης έραιναν την προίκα με ρύζι και κουφέτα.
Στη διαδρομή οι συγγενείς χόρευαν, ενώ επικεφαλής ήταν πάντα τα μπρατίμια με τη χλάμπουρα. κατά διαστήματα τα μπρατίμια σταματούσαν την πορεία απλώνοντας ένα μαντήλι μπροστά στα πόδια του κουμπάρου. Ο κουμπάρος, ο οποίος συνόδευε τη νύφη, έριχνε χρήματα στο μαντήλι, για να τον αφήσουν να συνεχίσει. Το μαντήλι απλωνόταν πολλές φορές κατά τη διαδρομή μέχρι να φτάσουν στο σπίτι του γαμπρού.
Φτάνοντας στην είσοδο του σπιτιού, η μητέρα του γαμπρού έδινε στη νύφη ένα φλιτζανάκι βούτυρο. Με το βούτυρο αυτό η νύφη σχημάτιζε σταυρούς στα τέσσερα σημεία της εισόδου. Η νύφη πατούσε πάνω σε ένα μπατάνι (λευκό υφαντό χαλάκι), στρωμένο στο κατώφλι του σπιτιού. Αφού σχημάτιζε τους σταυρούς στην είσοδο, θα πετούσε ένα μήλο προς τα πίσω, για να το πιάσουν οι ανύπαντροι.
Περνώντας η νύφη το κατώφλι του σπιτιού θα έπαιρνε από τα χέρια  του πεθερού της ένα γκιούμι με νερό. Με αυτό το νερό έβρεχε όλες τις γωνίες του σπιτιού.
Μετά την τελετή της στέψης η νύφη παρέδιδε στο γαμπρό όλες τις λίρες που είχε λάβει ως δώρα από την πεθερά της κατά τη διάρκεια του αρραβώνα. Ο γαμπρός με τη σειρά του παρέδιδε τις λίρες στη μητέρα του. Η πεθερά στη συνέχεια τις μετρούσε, για να διαπιστώσει αν είναι "σωστές". Στην περίπτωση που βρισκόταν και μια λίρα λιγότερη, υπήρχε ο κίνδυνος να "χαλάσει" ο γάμος.
Μετά την καταμέτρηση ξεκινούσε το γλέντι, το οποίο και θα συνεχιζόταν ως το ξημέρωμα. Κατά τη διάρκεια του γλεντιού, οι συγγενείς έκαιγαν από ένα τσεμπέρι της γιαγιάς και της μητέρας και ένα πουκάμισο του πατέρα. Ορισμένοι από τους συγγενείς ντύνονταν με παλιά ρούχα, μασκαρεύονταν κατά κάποιο τρόπο, με σκοπό να προκαλέσουν ευθυμία και γέλιο στους παριστάμενους.

δ) Η επομένη του γάμου
Με το ξημέρωμα η νύφη θα έριχνε με το λεγένι νερό στα χέρια του πεθερού αλλά και των άλλων ηλικιωμένων του σπιτιού, για να πλυθούν. Αυτοί με τη σειρά τους θα έδιναν στη νύφη χρήματα.
Σε λίγο συγκεντρώνονταν και πάλι οι συγγενείς και το γλέντι ξανάρχιζε. Τότε η νύφη θα μοίραζε τα δώρα της στους συγγενείς του γαμπρού. Πρώτος έπαιρνε τα  δώρα ο κουμπάρος: βελέντζα ή κουβέρτα, πουκάμισο, μαξιλάρια, κάλτσες και πετσέτα. Τα ίδια δώρα έπειρνε και ο πεθερός, ενώ η πεθερά έπαιρνε ένα χράμι (υφαντό σεντόνι), φόρεμα ή πλεκτή φούστα, μαξιλάρια και μια ποδιά. Στους στενότερους συγγενείς του γαμπρού δωρίζονταν επίσης κουβέρτες, ενώ στους υπόλοιπους συγγενείς του και στους συγγενείς του κουμπάρου δωρίζονταν ποδιές, πετσέτες κάλτσες ή μαξιλάρια.
Αφού ολοκληρωνόταν το δώρισμα, άρχιζε και πάλι το γλέντι, με τον κουμπάρο και τη νύφη να σέρνουν το χορό. Στους επόμενους χορούς η νύφη χόρευε πάντα πρώτη και ακολουθούσε ο γαμπρός και το υπόλοιπο συγγενολόι. Το γλέντι τελείωνε το βράδυ και οι νιόπαντροι αποσύρονταν, για πρώτη φορά μόνοι τους, στην κρεβατοκάμαρά τους.
Το πρωί της επόμενης μέρας έμπαινε η πεθερά στη νυφική κάμαρα, για να πιστοποιήσει την "τιμή" της νύφης. Αφού βεβαιωνόταν για την αγνότητά της ελέγχοντας το σεντόνι ή το νυχτικό, το ανακοίνωνε στους συγγενείς, οι οποίοι είχαν συγκεντρωθεί από το πρωί. Για να γιορτάσουν το γεγονός η πεθερά έκανε χαλβά, τον οποίο μοίραζαν στους παρευρισκομένους.
Στη σπάνια περίπτωση που η νύφη δεν ήταν "αγνή", η πεθερά συμβούλευε το γιο της να διαλύσει το γάμο. Εάν ο γιος αποδεχόταν τη συμβουλή της μητέρας του, τότε  νύφη επέστρεφε στο πατρικό της μαζί με τα προικιά της, όχι όμως και τα δώρα της.
Δυο εβδομάδες μετά το γάμο, η μητέρα της νύφης έψηνε κουλάκ. Τα κουλάκ τα έστελνε στα συμπεθέρια, για να τους προσκαλέσει για φαγητό.

"Οι Βλάχοι της Πυλαίας" (ΣΤ' Μέρος)

ΙΙ. ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΖΩΗ

Ζ. ΘΑΝΑΤΟΣ 
Τον νεκρό τον έντυναν πάντοτε με τα καλύτερά του ρούχα. Στην περίπτωση που ήταν σχετικά νέος του φορούσανε τα γαμπριάτικά του ρούχα. Τα χέρια και τα πόδια του νεκρού τα έδεναν με ένα μαντήλι, "για να μην είναι λεύτερα".
Τον νεκρό οι Βλάχοι συνήθιζαν να τον "ξημερώνουν", να τον κρατούν όλη τη νύχτα στο σπίτι μοιρολογώντας και παινεύοντας τα χαρίσματά του. Εάν ο νεκρός ήταν ανύπαντρος είτε κοπέλα είτε άντρας, μαζί με τα μοιρολόγια τραγουδούσαν και τραγούδια του γάμου.
Μόλις ο νεκρός μεταφερόταν έξω από το σπίτι, η νοικοκυρά έσπαζε στην είσοδο ένα βελόνι με ένα φλιτζάνι, "για να φύγει το κακό από το σπίτι".
Μετά την ταφή όλοι οι συγγενείς συγκεντρώνονταν στο σπίτι, όπου τους περίμενε στρωμένο τραπέζι. Το συνηθισμένο φαγητό ήταν τα φασόλια, αλλά μπορούσε να είναι και φακές ή ρύζι. Το φαγητό συνοδευόταν από άφθονο κρασί, ενώ στο τέλος σερβίρονταν ζεστές πίτες.
Οι συγγενείς του νεκρού για σαράντα μέρες μετά την κηδεία δεν μαγείρευαν ούτε έτρωγαν κρέας.

"Οι Βλάχοι της Πυλαίας" (Ζ' Μέρος)

ΙΙ. ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΖΩΗ

Η. ΓΙΟΡΤΕΣ
α) Χριστούγεννα
Η καθιερωμένη νηστεία ξεκινούσε στις 15 Νοεμβρίου. Η διατροφή σε όλη τ διάρκεια της νηστείας ήταν ιδιαίτερα περιορισμένη, γι' αυτό και οι προετοιμασίες για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι ήταν πολλές, έτσι ώστε το τραπέζι να είναι εξαιρετικά πλούσιο.
Μια εβδομάδα πριν τα Χριστούγεννα γινόταν η σφαγή των γουρουνιών. Η σφαγή αυτή των ζώων συνοδευόταν από γλέντι, μια που προσφερόταν άφθονος μεζές. Στο γλέντι συμμετείχαν μόνο οι άνδρες, ενώ οι γυναίκες συνέχιζαν τη νηστεία.
Μετά το σφάξιμο των χοίρων, οι γυναίκες αναλάμβαναν το καθάρισμα του κρέατος και των εντέρων. Με τα έντερα έφτιαχναν λουκάνικα, τα οποία τα τα γέμιζαν με χοιρινό κρέας, ενώ έφτιαχναν και καβουρμά, χοιρινό κρέας βρασμένο με νερό και αλάτι.
Με το λίπος του γουρουνιού γινόταν η λίγδα, η οποία αντικαθιστούσε το βούτυρο σε όλα τα φαγητά και κυρίως στις πίτες. Από τη λίγδα έβγαινε ένας ιδιαίτερα νόστιμος μεζές, οι τσιγαρίδες, που δεν είναι παρά κομμάτια λίγδας τσιγαρισμένης.
Οι προετοιμασίες αυτές δεν απέβλεπαν απλά και μόνο στο να είναι πλούσιο το χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Βασικός σκοπός τους ήταν η συντήρηση του κρέατος για όλη την περίοδο του χειμώνα, μια που το χοιρινό κρέας αποτελούσε τη βασική τροφή της βλάχικης οικογένειας για τέσσερις περίπου μήνες.
Την προπαραμονή των Χριστουγέννων οι νοικοκυρές ετοίμαζαν τα κουλουτσέρ, τα κουλούρια που θα πρόσφεραν στα παιδιά που έψαλαν τα κάλαντα. Την παραμονή τα παιδιά πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι, για να πούνε τα κόλιντρι (κάλαντα). Τα κόλιντρι είναι πάρα πολύ σύντομα:
Κόλιντρι, μόλιντρι, δώσε ένα κουλούρι
να μη σου σπάσω την πόρτα σου και τα παράθυρα.
Ωχ! Ωχ! κόλιντρι μπάμπο.
Οι νοικοκυρές έδιναν στα παιδιά κουλουτσέρ, κάστανα και ξυλοκέρατα. Κάθε παιδί κρατούσε στο χέρι του και μια ξύλινη μυτερή σούβλα, στην οποία έμπηγε τα κομμάτια κρέας, που πιθανότατα θα του έδινε κάποια νοικοκυρά.
Ανήμερα των Χριστουγέννων όλη η οικογένεια πήγαινε στην εκκλησία. Όταν επέστρεφαν, έτρωγαν τον πατσά που είχε ετοιμαστεί από το κεφάλι του γουρουνιού. Στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι σερβίρονταν επίσης λαχανικά, το υπόλοιπο χοιρινό κρέας και πολλά γλυκά, κυρίως κουραμπιέδες και μπακλαβάς.

β) Πρωτοχρονιά
Την παραμονή λέγανε και πάλι κάλαντα, τα σούρβα
Ω! Ω! σούρβα, μπάμπο, σούρβα!
Οι νοικοκυρές τους έδιναν κάστανα, ξυλοκέρατα και ξηρούς καρπούς. Τη μέρα αυτή οι γυναίκες ετοίμαζαν την πλιτζίντα, βλάχικη πίτα φτιαγμένη με χοντρό σιμιγδάλι, ζάχαρη, αλεύρι και λάδι. Η ζύμη της πίτας ήταν πολύ σκληρή, ιδιότητα που αξιοποιούσαν οι γυναίκες προκειμένου να σχεδιάσουν διάφορα σχήματα με τη βοήθεια δύο πιρουνιών. Μέσα στην πλιτζίντα έβαζαν το τυχερό νόμισμα, ψεύτικο ή και αληθινό φλουρί.
Η πλιτζίντα κοβόταν ανήμερα της Πρωτογρονιάς, πριν αρχίσει το μεσημεριανό γεύμα. Το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι ήταν παρόμοιο με αυτό των Χριστουγέννων.
Οι μέρες αυτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς ήταν για τους Βλάχους μέρες γλεντιού και διασκέδασης. Οι οικογένειες συνήθιζαν να συγκεντρώνονται και να γλεντάνε χορεύοντας και τραγουδώντας.

γ) Αποκριές
Οι Βλάχοι της Πυλαίας δεν συνήθιζαν να ντύνονται καρναβάλια. Το έθιμο αυτό το τηρούσαν, όπως είδαμε, την Κυριακή του γάμου. Την τελευταία Κυριακή της Απόκρεω, πριν την Καθαρά Δευτέρα, όλη η οικογένεια μαζευόταν στο σπίτι των παππούδων. Την ημέρα αυτή ο μικρότερος ζητούσε συγχώρεση από το μεγαλύτερο. Την αίτηση για συγχώρεση ξεκινούσε το μικρότερο παιδί της οικογένειας, που γονατιστό φιλούσε το χέρι του παππού του και του ζητούσε συγχώρεση. Ο παππούς του απαντούσε λιρτάτι, δηλ. συγχωρεμένα.
Στα μικρά παιδιά αλλά και στη νεόνυμφη της οικογένειας συνήθιζαν, κατά τη διάρκεια της συγχώρεσης, να τους δίνουν κάποιο φιλοδώρημα. Οι μεγαλύτεροι και κυρίως οι παντρεμένοι ζητούσαν ζητούσαν συγχώρεση δίνοντας στον παππού και στη γιαγιά από ένα πορτοκάλι. Ο καθένας ζητούσε συγχώρεση από τον κάθε μεγαλύτερό του και στο τέλος κάθονταν όλοι μαζί γύρω από το τραπέζι.
Στο αποκριάτικο τραπέζι κυριαρχούσαν τα γαλακτοκομικά προϊόντα: τυρί, γιαούρτι και από γλυκά η γαλατόπιτα και ο χαλβάς.

δ) Πάσχα
Το Πάσχα οι Βλάχοι της Πυλαίας το γιόρταζαν είτε στα Μεγάλα Λιβάδια είτε στην Καπουτζήδα. Αν το Πάσχα έπεφτε πριν την 23η Απριλίου το γιόρταζαν στην Πυλαία, αν έπεφτε αργότερα, το γιόρταζαν στο χωριό τους, αφού στα τέλη του Απρίλη είχαν ξεκινήσει ήδη για το Πάικο. Είτε βρίσκονταν, όμως, στην Καπουτζήδα είτε στα Μεγάλα Λιβάδια, το Πάσχα γιορταζόταν με τον ίδιο τρόπο.
Τη Μεγάλη Πέμπτη οι Βλάχες έβαφαν τα κόκκινα αυγά. Έξω από κα΄θε σπίτι κρεμούσαν μια κόκκινη κορδέλα ή κλωστή, σημάδι ότι βάφουν τα αβγά. Τη Μεγάλη Παρασκευή ετοίμαζαν τα τσουρέκια, ενώ το Μεγάλο Σάββατο άρχιζαν οι ετοιμασίες για το πλούσιο τραπέζι της Λαμπρής. Με αυτό θα έφτιαχναν το γιανομάτι, κάτι ανάλογο της σημερινής μαγειρίτσας. Στο τραπέζι του Μεγάλου Σαββάτου σερβιριζόταν και τηγανισμένη συκωταριά. Τότε η οικογένεια θα τσούγκριζε και τα κόκκινα αβγά. Το πιο γερό από τα αβγά φυλασσόταν στο εικονοστάσι μέχρι το επόμενο Πάσχα, οπότε και θα το αντικαθιστούσαν από το επόμενο "γερό" αβγό.
Μετά την Ανάσταση η οικογένεια γυρνούσε σπίτι με το άγιο φως. Με αυτό θα σχημάτιζαν ένα σταυρό στο κατώφλι του σπιτιού και στη συνέχεια θα άναβαν το καντήλι. Επιδίωξή τους ήταν να κρατήσουν το καντήλι αναμμένο μέχρι το επόμενο Πάσχα, πράγμα που δεν το πετύχαιναν βέβαια πολύ συχνά.
Ανήμερα του Πάσχα ήταν μέρα χαρά και γλεντιού. Μετά την αναστάσιμη λειτουργία η οικογένεια συγκεντρωνόταν γύρω από το λαμπριάτικο τραπέζι, όπου κυριαρχούσαν τα αρνάκια στη σούβλα, πολλοί και διάφοροι μεζέδες, ενώ το κύριο γλυκό ήταν το ρυζόγαλο. Ο χορός, το τραγούδι και το γενικό ξεφάντωμα ήταν τα χαρακτηριστικά της βλάχικης Πασχαλιάς.

ε) Γιορτές στα Μεγάλα Λιβάδια
Σημαντική μέρα για τους Βλάχους ήταν η μέρα των Αποστόλων Πέτρου  και Παύλου (Σουμκέτρου). Την ημέρα αυτή γινόταν το μεγάλο Λασίρι, ο μεγάλος χορός στην πλατεία του χωριού.
Η δεύτερη πολύ σημαντική γιορτή του καλοκαιριού ήταν ο Δεκαπενταύγουστος (Κοίμηση της Θεοτόκου). Τότε γίνονταν όλοι οι γάμοι αλλά και το πανηγύρι του χωριού. Η ημέρα αυτή εξακολουθεί νε έχει σημαντική θέση στη ζωή των Βλάχων. Αυτήν την ΄ημέρα επιλέγουν συνήθως για το ετήσιο "αντάμωμά" τους. 

"Οι Βλάχοι της Πυλαίας" (Η΄Μέρος)

ΙΙΙ. ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ

Α. ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
Ο πατέρας ήταν ο απόλυτος κύριος του σπιτιού. Αυτός έπαιρνε όλες τις αποφάσεις, ενώ όλα τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας όφειλαν τυφλή υπακοή στις εντολές του.
Ο αρραβώνας θεωρούνταν ιερός και η διάλυσή του ήταν αδύνατη. Η δύναμη του "λόγου", της υπόσχεσης που είχε δοθεί, ξεπερνούσε ακόμη και τα εμφανή "κουσούρια" που πιθανότατα παρουσίαζε ο γαμπρός ή η νύφη (αναπηρίες, ιδιαίτερα άσχημο παρουσιαστικό κλπ.) Το πρόβλημα παρουσιαζόταν ιδιαίτερα οξύ στους αρραβώνες που είχαν γίνει σε πολύ μικρή ηλικία.
Ο γάμος μπορούσε να διαλυθεί πιο εύκολα. Ο άνδρας μπορούσε για διάφορους λόγους να διώξει τ γυναίκα του από το σπίτι, αλλά και η γυναίκα μπορούσε να εγκαταλείψει τον άνδρα της. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση η κοπέλα έπρεπε να εξασφαλίσει τη συγκατάθεση των γονιών της - εξαιρετικά σπάνια περίπτωση-, για να μπορέσει να επιστρέψει στο πατρικό της. και στις δύο περιπτώσεις η γυναίκα μπορούσε να πάρει πίσω  τα προικιά της.
Ο παντρεμένος άνδρας όφειλε νε έχει το δικό του σπίτι. Ήταν υποτιμητικό για το Βλάχο να είναι σώγαμπρος και αντιμετωπιζόταν αρνητικά από όλη τη βλάχικη κοινότητα.

Β. ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
Η διανομή της κληρονομικής περιουσίας γινόταν πριν από το θάνατο των γονέων. Δικαίωμα στην περιουσία, στα ζώα δηλαδή, είχαν μόνο οι γιοι. Κάθε γιος, που παντρευόταν και έφευγε από το πατρικό σπίτι, έπαιρνε το μερίδιό του, έναν ορισμένο αριθμό ζώων. Τα μερίδια δίνονταν ίσα, εκτός από το μερίδιο του γιου που θα έμενε μαζί με τους γονείς. Αυτός εξασφάλιζε πάντοτε το μεγαλύτερο μερίδιο.
Τα κορίτσια δεν είχαν το παραμικρό δικαίωμα στην πατρική περιουσία. Η μόνη τους εξασφάλιση ήταν τα προικιά και οι λίρες που πιθανότατα θα έπαιρναν στο γάμο. Μερίδιο στην περιουσία δεν δικαιούνταν ούτε οι κοπέλες που θα έμεναν ανύπαντρες.

Γ. Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ
Οι Βλάχες γυναίκες ασχολούνταν αποκλειστικά με το νοικοκυριό -συγύρισμα, μαγείρεμα, πλέξιμο κλπ. -και με την περιποίηση των μικρών ζώων που διατηρούσαν στις αυλές τους. Στις στάνες πήγαιναν μόνο, αν προέκυπτε απόλυτη ανάγκη π.χ. την περίοδο που γεννούσαν τα ζώα και υπήρχε έλλειψη εργατικών χεριών.
Οι μεγαλύτερες γυναίκες και τα ανύπαντρα κορίτσια μπορούσαν να επισκεφτούν συγγενικά τους σπίτια χωρίς κάποιους ιδιαίτερους περιορισμούς. Η νύφη, όμως, όταν ήθελε να επισκεφτεί τους γονείς της, έπρεπε να συνοδεύεται πάντα από ένα συγγενικό πρόσωπο του άντρα της, συνήθως από τον πεθερό της ή την πεθερά της.
Η νύφη το πρωί έπρεπε να βοηθήσει τον πεθερό της να πλυθεί, του έδινε την πετσέτα και τη λεκάνη και του έριχνε νερό από το γκιούμι. Σε ορισμένες περιπτώσεις τον χτένιζε κιόλας. Η παντρεμένη κοπέλα, εφόσον ζούσε με τα πεθερικά της, δεν είχε λόγο στο νοικοκυριό ούτε στην οικονομική διαχείριση του σπιτιού και όφειλε να υπακούει πάντοτε στις εντολές της πεθεράς της.
Στο τραπέζι άντρες και γυναίκες τρώγαν μαζί από κοινό νταβά, χωρίς να χρησιμοποιούν πιάτα.
Η έξοδός τους από το σπίτι για διασκέδαση γινόταν πάντοτε με τη συνοδεία των αντρών τους. Τα βράδια επισκέπτονταν συγγενικά τους σπίτια, όπου οι άντρες γλεντούσαν τρώγοντας και πίνοντας, ενώ οι γυναίκες πλέκαν, γνέθαν ή κεντούσαν.
Συχνά οι γυναίκες συγκεντρώνονταν μόνες τους σε κάποιο σπίτι, για να κάνουν το "τσικνιπρέφτι", το νυχτέρι. Αυτό συνέβαινε στην περίπτωση που οι άντρες λείπαν για κάποιο λόγο στα ζώα. Οι γυναίκες παίρναν μαζί τους τη δουλειά τους, πλέξιμο, γνέσιμο κλπ., και περνούσαν όλη τη νύχτα λέγοντας τραγούδια και ιστορίες. Συχνά αναπτυσσόταν ένα είδος συναγωνισμού μεταξύ τους, για το ποια θα πλέξει περισσότερο, θα κεντήσει περισσότερο κλπ.
Κάθε μέλος της οικογένειας αποκαλείται με διαφορετικό όνομα: η νύφη την πεθερά την αποκαλούσε ντάντου (μάνα), τον πεθερό αφέντη, τη γιαγιά μπάμπο και τον παππού πάπο. Το μεγάλο κουνιάδο της άτσε και τη μεγάλη κουνιάδα άτσου. Το μεγάλο αδερφό του πεθερού αφέντη μάρε (μεγάλε αφέντη) και τον μικρό αφέντη νίκου (μικρό αφέντη). Τη μεγάλη αδερφή της πεθεράς ντάντα μάρε (μεγάλη μάνα) και τη μικρή αδερφή ντάντα νίκου (μικρή μάνα).
Η παντρεμένη γυναίκα έπαιρνε το όνομά της από τον άντρα της. Ουσιαστικά το όνομα του συζύγου της αντικαθιστούσε το δικό της. Έτσι ονομαζόταν: τσαλ-Νίκου (γυναίκα του Νίκου), τσαλ-Τέγια (γυναίκα του Στέργιου), τσαλ - Μήτα (γυναίκα του Δημήτρη), τσαλ- Γιώργη, τσαλ-Μιχαλάκη κλπ.
 

Σάββατο, 22 Ιουνίου 2019

Σχόλιο στο άρθρο της Καθημερινής "Νέοι με μικρά κέρατα λόγω αυξημένης χρήσης του κινητού"

Σε άρθρο της Καθημερινής υποστηρίζεται ότι οι νέοι αποκτούν μικρά κέρατα λόγω της αυξημένης χρήσης του κινητού. Διαβάστε το άρθρο και στη συνέχεια την αντίδραση της Ελένης Φωτοπούλου.
Πίτερ Πιτσιάνι, "Κοινωνικό Δίκτυο",2015


Πω πω, ακριβώς ό,τι χρειαζόμουν να δω με το που ξύπνησα το πρωί.
Και εδώ πέρα προκύπτουν πολλά ερωτήματα.

Ποια ακριβώς ήταν η ηλικία των συμμετεχόντων; Είχαν ήδη πλήρως αναπτυχθεί οι σκελετοί τους ή ήταν έφηβοι (με την βιολογική έννοια) και ακόμη ήταν επιρρεπείς σε "μετατροπές" από το φυσικό τους; Εξετάστηκαν και άλλες ηλικιακές ομάδες και απλά δεν αναφέρθηκαν ή όχι;

Ποιο ακριβώς είναι το ποσοστό των ατόμων που παρουσίασαν αυτή την παραμόρφωση και πώς σχετίζεται με το γενικότερο τρόπο ζωής τους; Είναι εθισμένοι σε σημείο αρρώστιας; Αθλούνται; Προτιμούν το ποδήλατο ή την οδήγηση σε σχέση με τα μέσα μαζικής συγκοινωνίας; (Τα πρώτα δύο σε αναγκάζουν να κοιτάς ψηλά για να μην πατήσεις κανέναν). Σε τι είδους περιβάλλον (αστικό, επαρχία) ζουν; Πώς συγκρίνεται ο χρόνος που περνούν έξω σε σχέση με τον χρόνο που περνούν μέσα; 

Εφόσον προκαλείται από το συνεχές σκύψιμο του κεφαλιού, πώς και δεν έχει παρατηρηθεί αντίστοιχο φαινόμενο σε άλλα άτομα, όπως τους ακαδημαϊκούς, καθηγητές, καθαρίστριες, τεχνίτες κάθε είδους και γενικότερα κάθε επάγγελμα που απαιτεί να κοιτά κανείς προς τα κάτω με τις ώρες; Μήπως σχετίζεται αυτό με τον "ενήλικο έναντι εφηβικού" σκελετό; Μήπως οι ερευνητές δεν σκέφτηκαν να το ελέγξουν και στους εαυτούς τους; Και αυτοί κοιτάνε αναγκαστικά με τις ώρες προς τα κάτω.

Υπάρχουν και άλλα συμπτώματα που συνοδεύονται με αυτή την... ας την πούμε πάθηση; Έντονοι πόνοι στον αυχένα; Πονοκέφαλοι; Δυσκολίες με την παροχή αίματος στον εγκέφαλο; Προβλήματα με την όραση; Παραμορφώσεις του σκελετού σε άλλα σημεία του σώματος, όπως τα χέρια;

Νομίζω ότι θα έπρεπε να είχαν δημοσιεύσει περισσότερες λεπτομέρειες της έρευνας και ότι η έρευνά τους θα έπρεπε (ή στο μέλλον θα πρέπει) να εστιάσει σε πολλές περισσότερες ομάδες. Εφόσον τα "κέρατα" αυτά είναι τόσο μικρά σε μέγεθος που είναι ανεπαίσθητα, υπάρχει μια πολύ μεγάλη πιθανότητα να παρουσιάζεται σε πολύ περισσότερους ανθρώπους και απλά να μην το έχει προσέξει κανείς. Ή μπορεί να είναι πιο σπάνιο από ότι φαίνεται και το άρθρο να δίνει διαφορετική εντύπωση λόγω διατύπωσης. Επιπλέον, νομίζω ότι και αυτή η έρευνα ανήκει στο ίδιο πλαίσιο δαιμονοποίησης των νέων τεχνολογιών που χρησιμοποιούν οι νέοι - πολλές έρευνες και άρθρα γίνονται για τις αρνητικές συνέπειες της τεχνολογίας αλλά ελάχιστες για τις θετικές.

Εδώ επίσης θα πρέπει να σημειώσω ότι οι οθόνες των κινητών τηλεφώνων ολοένα και αυξάνονται σε μέγεθος, διότι έτσι βελτιώνεται η αίσθηση της "απορρόφησης" από το μυαλό, καθώς η οθόνη καταλαμβάνει μεγαλύτερο μέρος του οπτικού μας πεδίου - το ίδιο συμβαίνει και με τις τηλεοράσεις. Για τον ίδιο λόγο όλες οι οθόνες γίνονται όλο και πιο μακρόστενες (μας τα είπαν στην σχολή αυτά). Αυτό το αναφέρω επειδή το άρθρο έλεγε κάτι για "εστίαση σε μικρές οθόνες".

Θέλω να καταλήξω ότι δεν μπορούμε να καταλήγουμε και να δημοσιεύουμε τέτοιου είδους συμπεράσματα, χωρίς να έχει γίνει πρώτα εξονυχιστική έρευνα που εξετάζει κάθε είδους σχετικό σενάριο. Υπάρχει μια γενικότερη τάση να ελέγχονται για αρνητικές συνέπειες μονάχα οι νέες τεχνολογίες και όχι γενικότερες τάσεις και τρόποι ζωής που παρουσιάζουν ομοιότητες με αυτή των χρηστών τεχνολογίας. Ναι, η έρευνα αυτή είναι σοβαρή, αλλά μου θυμίζει κάπως όλες αυτές τις ειδήσεις - ιδίως στο εξωτερικό - ότι ο τάδε μακελάρης ήταν εθισμένος στα First Person Shooter παιχνίδια και αμέσως κατηγορούν το παιχνίδι αντί για άλλους ψυχολογικούς παράγοντες. Και εδώ δεν πρέπει να εξεταστούν μονάχα οι τεχνολογικοί παράγοντες, αλλά οποιοσδήποτε τρόπος ζωής αναγκάζει τον άνθρωπο να έχει μια αφύσικη στάση σώματος.

Αυτά από μένα. Και καλημέρα.

Τετάρτη, 15 Μαΐου 2019

ΗΡΟΔΟΤΟΣ, Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΑΡΑΘΩΝΑ


ΕΝΟΤΗΤΑ 49: Τα αποτελέσματα του Β' Παγκοσμίου πολέμου και η ίδρυση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών


Ενότητα 49: Τα αποτελέσματα του Β' Παγκοσμίου πολέμου και η ίδρυση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. from mavraroda

Δείτε επίσης:

 

Πέμπτη, 9 Μαΐου 2019

ΕΝΟΤΗΤΑ 48: Κατοχή, Αντίσταση και Απελευθέρωση


Ενότητα 48: Κατοχή, Αντίσταση και Απελευθέρωση from mavraroda

Δείτε επίσης:

 

Τρίτη, 7 Μαΐου 2019

ΕΝΟΤΗΤΑ 47: Η συμμετοχή της Ελλάδας στον Β' Παγκόσμιο πόλεμο


Ενότητα 47: Η συμμετοχή της Ελλάδας στον β' Παγκόσμιο πόλεμο from mavraroda

Δείτε επίσης:

 

ΕΝΟΤΗΤΑ 46: Ο Β' Παγκόσμιος πόλεμος


ΕΝΟΤΗΤΑ 45: Τα προμηνύματα και τα αίτια του Β' Παγκοσμίου πολέμου


Τετάρτη, 1 Μαΐου 2019

Πρωτομαγιά του 1944. Η εκτέλεση των Διακοσίων από τους Ναζί στην Καισαριανή.


Στην εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στην Καισαριανή από τους Ναζί αναφέρεται και η ταινία "Το τελευταίο σημείωμα" του Παντελή Βούλγαρη. Η ταινία αποτελεί μια σημαντική προσπάθεια αναπαράστασης ενός ιστορικού γεγονότος που σημάδεψε τη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Με εφαλτήριο την περίοδο του μεσοπολέμου και της Κατοχής θα διερευνήσουμε, στο πλαίσιο του μαθήματος, έννοιες όπως: φασισμός, ναζισμός, δωσιλογισμός από τη μια μεριά, αντίσταση, δικαιοσύνη, εθνική ανεξαρτησία και ανθρώπινη αξιοπρέπεια από την άλλη.

Κυριακή, 14 Απριλίου 2019

ΕΝΟΤΗΤΑ 43: Η Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936


Ενότητα 43: Η Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936 from mavraroda

Δείτε επίσης:

 

ΕΝΟΤΗΤΑ 42: Πολιτικές διαστάσεις της κρίσης του 1929


Σάββατο, 13 Απριλίου 2019

8η ΕΝΟΤΗΤΑ : ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

  • Επισκεφθείτε στο Φωτόδεντρο την ιστοσελίδα "Μπροστά στο μέλλον" με θέμα τις προκλήσεις του μέλλοντος. Μέσα από τους προτεινόμενους συνδέσμους, μπορείτε να διαβάσετε κείμενα και να παρακολουθήσετε εκπομπές σχετικά με τις προεκτάσεις του σύγχρονου προβληματισμού για την τεχνολογία και τα κοινωνικά προβλήματα στο μέλλον.
  • Διαβάστε για τους προβληματισμούς από την αξιοποίηση των επιτευγμάτων της γενετικής και για ζητήματα βιοηθικής, στη Βιολογία Γ' Γυμνασίου.
  • Περισσότερες πληροφορίες για την κωμωδία "Γυρίστε το Γαλαξία με Ώτο Στοπ", εδώ.