Σάββατο, 4 Απριλίου 2015

Ο τελετουργικός θρήνος και τα ταφικά έθιμα από τον Όμηρο ως σήμερα (Β3: Εργασίες στην Ιλιάδα)



Συγκρίνοντας τα σύγχρονα ταφικά έθιμα με την ταφή του Έκτορα


Α) Νεκρικά έθιμα της εποχής μας 
Τα πιο πολλά από τα νεκρικά έθιμα της ομηρικής εποχής επιβιώνουν ως τις μέρες μας. Και σήμερα ντύνουν με καθαρά ρούχα το νεκρό, τον αρωματίζουν και τον τοποθετούν σε νεκροκρέβατο στο σπίτι του (ένα μερόνυχτο), κάτι ανάλογο με την πρόθεση των αρχαίων. Οι γυναίκες της οικογένειάς του και οι συγγένισσες τον θρηνούν κατά τη διάρκεια των νεκρικών διαδικασιών. Σε μερικά μέρη όπως στη Μάνη, στην Κρήτη και στην Ήπειρο, υπάρχουν ειδικές μοιρολογίστρες, που θρηνούν τον ξένο νεκρό, σαν να ήταν δικός τους, ενώ πολλά είναι τα μοιρολόγια με τα οποία γίνεται ο θρήνος ή πλέκεται το εγκώμιο του νεκρού, καθώς και τα δημοτικά τραγούδια που αναφέρονται στο Χάρο ή στον Κάτω Κόσμο. Ακόμη και σήμερα ο νεκρός μεταφέρεται με τιμητική πομπή (‘’ξόδι’’) για την ταφή του (η αρχαία εκφορά). Η ταφή γίνεται σύμφωνα με κάποιες τυπικές διαδικασίες που τις ρυθμίζει η θρησκευτική παράδοση (ρίχνουν λίγο χώμα συμβολικά και χύνουν κρασί με τη συνοδεία κάποιων τυπικών ευχών του ιερέα). Το αρχαιοελληνικό έθιμο της καύσης των νεκρών απαγορεύεται στις μέρες μας από την Εκκλησία.  
Η ταφή του Έκτορα 
Από τα παραπάνω υπάρχουν αρκετές ομοιότητες με την ταφή του Έκτορα. Τον έντυσαν και τον ίδιο με καθαρά ρούχα, τον αρωμάτισαν και τον τοποθέτησαν στο νεκροκρέβατό του. Οι συγγενείς του τον έκλαιγαν κατά τη διάρκεια των νεκρικών διαδικασιών. Υπήρξαν και για το θάνατο του Έκτορα πολλά μοιρολόγια με τα οποία έγινε ο θρήνος όπως και τα δημοτικά τραγούδια τα οποία αναφέρονταν στο Χάρο ή στον Κάτω Κόσμο. Όμως υπάρχει και μία διαφορά. Έγινε η καύση του Έκτορα κάτι που στις μέρες μας μάς το απαγορεύει η Εκκλησία. 

Οι μαθήτριες : Τζημοπούλου Έλενα και Τότσκα Ευαγγελία



Ομηρικοί επιτάφιοι θρήνοι

Ο θρήνος για ένα αγαπημένο πρόσωπο που πέθανε είναι μια πανάρχαια συνήθεια. Ήδη στα ομηρικά κείμενα ανάμεσα στα ταφικά έθιμα περιλαμβάνεται και ο θρήνος , όπως για παράδειγμα το αρχαίο μοιρολόγι για τον νεκρό Έκτορα, που πέθανε ηρωικά. Γύρω από το νεκρό σώμα του ήρωα βλέπουμε να συγκεντρώνονται οι πιο κοντινές του γυναίκες , δηλαδή η σύζυγός του Ανδρομάχη, η μητέρα του Εκάβη και η νύφη του Ελένη.
Σκύβουν πάνω από το λείψανο , αγκαλιάζουν το κεφάλι του νεκρού και κλαίνε, τραβάνε τα μαλλιά τους και λένε η καθεμιά το δικό της θρηνητικό λόγο , που έχει αυτοσχέδιο και προσωπικό χαρακτήρα. Την ίδια στιγμή στέκονται παρά δίπλα οι επαγγελματίες θρηνωδοί, θρήνων έξαρχοι κατά τον Όμηρο, που λένε θρηνητικά τραγούδια με τη συνοδεία αυλού. Στα τραγούδια αυτά ο λαός που παρευρίσκεται απαντά με κλάματα και φωνές. Στα παραπάνω θρηνητικά έθιμα μπορούμε να προσθέσουμε και τη συνήθεια να ρίχνουν οι ζωντανοί στάχτη στο πρόσωπό τους για να δείξουν το πένθος τους , όπως κάνει ο Αχιλλέας για το θάνατο του Πάτροκλου. Η ύπαρξη των συνηθειών αυτών τεκμηριώνεται όχι μόνο από το ομηρικό κείμενο, αλλά και από σχετικές παραστάσεις αγγείων της ομηρικής εποχής.


Μαθητές:
Χόντα Άγγελος, Μπομπόναρη Ελένη, Σύτκο Κρίστιαν




Ταφικά έθιμα από  την ομηρική εποχή ως σήμερα.
Οι ζωντανοί θεωρούν ότι και οι νεκροί είτε βιώνουν παρόμοιες συναισθηματικές  καταστάσεις με τους ζωντανούς είτε έχουν κι αυτοί διάφορες υλικές «απαιτήσεις». Έτσι λοιπόν για να ικανοποιήσουν αυτές τις «υλικές» ανάγκες των νεκρών, οι άνθρωποί  τους στην αρχαιότητα  τοποθετούσαν μέσα στους τάφους των αγαπημένων τους προσώπων τα «κτερίσματα» (καθεμία από τις νεκρικές προσφορές που καίγονταν κατά την αρχαιότητα μαζί με το νεκρό ή τοποθετούνταν στον τάφο του και είχαν την μορφή κοσμημάτων και άλλων αντικειμένων που αγαπούσε). Με τα «κτερίσματα» οι ζωντανοί πίστευαν ότι θα «γλύκαιναν»  τη μεταθανάτια ζωή  των αποθανόντων, καθώς ο θάνατος δεν θα τους φάνταζε πλέον τόσο τρομακτικός ,μιας και δεν θα στερούνταν  τίποτε από αυτά που αγαπούσαν και χρησιμοποιούσαν όταν ήταν ζωντανοί. Επιπλέον, οι ζωντανοί με τις διάφορες προσφορές τους επιθυμούσαν να επιδείξουν τον απροσμέτρητο σεβασμό τους στην μνήμη του αγαπημένου τους νεκρού. Το ίδιο συμβαίνει ακόμα και στις μέρες μας. Σήμερα, οι συγγενείς και οι φίλοι του νεκρού περιποιούνται συχνά τον τάφο του, τοποθετούν κάθε φορά φρέσκα λουλούδια, ανάβουν πάντοτε το καντήλι του χτίζουν προς τιμήν του εκκλησάκια. Επίσης τοποθετούν πάνω στους τάφους των νεκρών μαρμάρινες πλάκες που καταδεικνύουν την απέραντη αγάπη τους και την υπόσχεση των ζωντανών ότι στην μνήμη και στην ψυχή τους αυτοί θα είναι αθάνατοι. Εύλογα λοιπόν από όλα τα παραπάνω, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι αυτοί που μένουν πίσω διακατέχονται μια διπλή ηθική υποχρέωση: από μια να τιμούν την μνήμη του λατρεμένου τους νεκρού και από την άλλη να προσπαθούν συνεχώς να ικανοποιούν με κάθε δυνατό τρόπο την αθάνατη ψυχή του.
   Για την Νεολιθική Περίοδο δεν υπάρχουν ακόμη αρκετές πληροφορίες αναφορικά με την πρακτική και τα έθιμα ταφής. Έως σήμερα επισημαίνονται τρεις διαφορετικές πρακτικές ταφής:

1. Ταφές στο εσωτερικό κατοικημένων χώρων: κυρίως για νήπια, ανήλικους και γυναίκες (π.χ., σπήλαιο Φράγχθι, Κνωσός, Σέσκλο Θεσσαλίας, Νέα Νικομήδεια στη βόρεια Ελλάδα κλπ). Λαμβάνουν χώρα σε απλούς λάκκους, εκτός των οικιών ή πιο σπάνια στο εσωτερικό αυτών, στο έδαφος. Πρόκειται για την πιο συνηθισμένη πρακτική ταφής αυτής της περιόδου.

2. Καύση των νεκρών σε επιλεγμένη θέση, εκτός των ορίων του οικισμού. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της θέσης Σουφλί Μαγούλα, στη Θεσσαλία, το οποίο χρονολογείται στην 6η χιλιετία π.Χ. (Gallis 1982). Η καύση των νεκρών έγινε πυρές κυκλικού σχήματος. Οι νεκροί ενταφιάστηκαν σε αβαθείς κοιλότητες. Τα αγγεία αποτελούν τα συνήθη κτερίσματα των λειψάνων.

3. Κατά την ανακομιδή φυλάσσονται κρανία και επιλεγμένα μέρη του σώματος (π.χ., Πρόδρομος, Θεσσαλία). Η πρακτική αυτή συναντάται και κατά την Ύστερη Νεολιθική Περίοδο.

Η έλλειψη αρχαιολογικών ενδείξεων αναφορικά με τις συλλογικές ταφές στην Πρώιμη Νεολιθική Περίοδο και οι λιγοστές ενδείξεις ταφικών εθίμων (π.χ. προσανατολισμός σώματος, κτερίσματα κλπ) σε περιπτώσεις ταφών εντός των οικισμών δικαιολογεί την υπόθεση ότι τα παραπάνω παραδείγματα θα πρέπει να γίνουν αντιληπτά ως εξαιρέσεις και όχι σαν καθεστώς καθώς αφορούν «άτομα τα οποία δεν αντιπροσωπεύουν τυπικά δείγματα ταφών…κυρίως γιατί δεν έχουν συμπληρώσει την απαιτούμενη ηλικία ή δεν έχουν την κατάλληλη θέση στο κοινωνικό σύνολο» (Perles 2001:277, 279). Είναι πιθανό ότι η πλειονότητα του πληθυσμού δεν ενταφιάζονταν εντός ή κοντά σε οικίες. Ωστόσο, σύμφωνα με τις περιπτώσεις 2 και 3, ποσοστό των εκλιπόντων θα συνδέονταν άμεσα με τη ταυτότητα ολόκληρης της κοινότητας και την ομόνοια μεταξύ των ζώντων.

ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΩΙΜΗ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ
Οι ενδείξεις ταφών κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού και ιδιαίτερα κατά την ΠΧ ΙΙ Εποχή αυξάνονται σημαντικά. Τα παραδείγματα των νεκροταφείων με λακκοειδείς ή χτιστούς τάφους εμφανίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα. Σημαντικές πληροφορίες εθίμων ταφής απορρέουν από οργανωμένα νεκροταφεία που χρονολογούνται στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού ΙΙ (ΠΧ ΙΙ). Ο ενταφιασμός είναι η κύρια πρακτική ταφής (έως σήμερα δεν υπάρχουν ίχνη καύσης νεκρών). Στις Κυκλάδες τα νεκροταφεία παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές γεγονός που μας επιτρέπει να τα διαχωρίσουμε σε ειδική κατηγορία. Στη μελέτη του Ντούμα (1977) δίδεται πλήρης περιγραφή των χαρακτηριστικών τους.
Αυτά είναι:

1. Τα έθιμα ταφής αφορούν τη στάση του νεκρού, ο οποίος τοποθετείται σε συνεσταλμένη στάση, την επένδυση του δαπέδου, τη στήριξη του κρανίου σε λίθο και τη συνοδεία του νεκρού με κτερίσματα όπως κεραμική, αγγεία από μάρμαρο και σπανιότερα ειδώλια, λίθινες χάντρες, χάλκινες περόνες, βελόνες, λεπίδες, κλπ. Οι Κυκλαδικές ταφές έχουν λιγοστά κτερίσματα.

2. Οι τάφοι είναι απλοί ή έχουν όροφο. Όταν ο τάφος γεμίσει, σε μια ένδειξη σεβασμού προς τα λείψανα του νεκρού, παραμερίζονται τα μακριά οστά προς τα τοιχώματα και ο νέος νεκρός ενταφιάζεται στο χώρο που είναι πλέον διαθέσιμος. Ορισμένοι από αυτούς τους τάφους θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως πραγματικά οστεοφυλάκια.

Ο απλός ενταφιασμός, σύμφωνα με τους ανασκαφείς των τύμβων (Λευκάδα και Ολυμπία), αποτελεί την κύρια πρακτική ταφής ενώ σπανιότερα επιλέγεται πρακτική της καύσης των νεκρών. Ο απλός ενταφιασμός περιλαμβάνει την ταφή του νεκρού στο ένα πλευρό με διπλωμένα τα χέρια και τα σκέλη κοντά στο πρόσωπο και την συνοδεία κτερισμάτων (κεραμική, λίθινα, οψιανός, χάλκινα εργαλεία κλπ) τα οποία διαφοροποιούνται ίσως ανάλογα με την κοινωνική θέση του νεκρού.

Ταφικές Πρακτικές
Τρεις κύριοι τύποι ταφής υπάρχουν. Αυτοί είναι οι παρακάτω:
1. Τα νεκροταφεία της Κυκλαδικής Περιόδου (ΠΕΧ) περιλαμβάνουν συστάδες, οργανωμένες σε επίπεδα ή διαχωρισμένες με ογκόλιθους (π.χ., Χαλανδριανή, Σύρος). Οι συστάδες θα μπορούσαν να ανήκουν σε μικρές κοινωνικές ομάδες ή σε οικογένειες (Tsountas 1898). Η πλειονότητά τους εντοπίζεται σε πλαγιές στη Μήλο, με εξαίρεση εκείνες που εντοπίζονται σε επίπεδες περιοχές. Προκειμένου της υποστήριξής τους διαμορφώνονται αναλημματικοί τοίχοι κατά μήκος της πλαγιάς. Αν και τα νεκροταφεία αυτής της περιόδου αποτελούνται συνήθως από 15-20 τάφους έχουν εντοπιστεί και νεκροταφεία με περισσότερους από 50 τάφους. Για παράδειγμα στη Χαλανδριανή στη Σύρο αποκαλύφθηκε μια νεκρόπολη με 600 τάφους.

2. Στα νεκροταφεία των Κυκλάδων δεν υπάρχει μια σταθερή επιλογή προσανατολισμού των τάφων. Ακολουθείται κυρίως η γεωμορφολογία του εδάφους (προς τα ανατολικά, προς τα δυτικά, προς τα νότια κλπ.)

3. Οι τύποι των τάφων περιλαμβάνουν απλούς λάκκους (δηλαδή υπόγειους, σε ευθεία γραμμή, λάκκους οι οποίοι καλύπτονται με πλάκα), λάκκους που περικλείονται από λιθόκτιστο τοιχίο και λαξευμένους στο βράχο τάφους (ορθογώνια σκάμματα με είσοδο και δρόμο). Αυτοί οι τύποι συνεχίζουν και κατά τις υπόλοιπες υποπεριόδους

Σε γενικές γραμμές οι πρακτικές ταφής και τα νεκροταφεία έχουν ομοιότητες με τα αντίστοιχα της ηπειρωτικής Ελλάδας (Μάνικα, Αγ. Κοσμάς), της Κρήτης (Αγ. Φωτιά) και της Μ. Ασίας (Ιασσός). Οι ομοιότητες αυτές ωθούν τους μελετητές στην υπόθεση ανταλλαγών (εμπόριο, αποικίες;) ή πολιτιστικών επιρροών ανάμεσα στις Κυκλάδες και στον υπόλοιπο κόσμο, ειδικά κατά την περίοδο ΙΙ (Κέα-Σύρος).

Στην ηπειρωτική Ελλάδα συναντάται ποικιλομορφία ταφικών πρακτικών. Εκτός από εκείνες που φαίνεται να έχουν επιρροές από τις Κυκλάδες (κυρίως κιβωτιόσχημοι, λάκκοι με λίθινες πλάκες ή τοίχους χτισμένους με βότσαλα) άλλοι τύποι τάφων είναι ο θαλαμοειδής και οι τύμβοι. Οι θαλαμοειδείς τάφοι που αποκαλύφθηκαν στην Κόρινθο, στο Ελαφονήσι, στη Νέα Μάκρη, στη Μάνικα κλπ είναι κυκλικοί ή τραπεζοειδείς, με είσοδο (στόμιο;) και δρόμο. Οι τύμβοι από ωμή πλίνθο ή από χώμα και χαλίκια προαναγγέλλουν κυρίως τις ιδιαιτερότητες της περιόδου ΙΙΙ (ΠΕ ΙΙΙ).

Οι μαθητές: Πίτση Αφροδίτη, Ψινάκη Έβελιν, Ψινάκης  Αλέξανδρος


 ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΘΡΗΝΩΔΟΙ ΚΑΙ ΘΡΗΝΗΤΙΚΑ ΑΣΜΑΤΑ
Ο ΘΡΗΝΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ
Ο θρήνος για ένα αγαπημένο πρόσωπο που πέθανε είναι μια πανάρχαια συνήθεια. Ήδη στα ομηρικά κείμενα ανάμεσα στα ταφικά έθιμα περιλαμβάνεται και ο θρήνος , όπως για παράδειγμα το αρχαίο μοιρολόγι για τον νεκρό Έκτορα, που πέθανε ηρωικά. Γύρω από το νεκρό σώμα του ήρωα βλέπουμε να συγκεντρώνονται οι πιο κοντινές του γυναίκες , δηλαδή η σύζυγός του Ανδρομάχη, η μητέρα του Εκάβη και η νύφη του Ελένη. Σκύβουν πάνω από το λείψανο , αγκαλιάζουν το κεφάλι του νεκρού και κλαίνε, τραβάνε τα μαλλιά τους και λένε η καθεμιά το δικό της θρηνητικό λόγο , που έχει αυτοσχέδιο και προσωπικό χαρακτήρα. Την ίδια στιγμή στέκονται παρά δίπλα οι επαγγελματίες θρηνωδοί, θρήνων έξαρχοι κατά τον Όμηρο, που λένε θρηνητικά άσματα με τη συνοδεία αυλού.  Στα τραγούδια αυτά ο λαός που παρευρίσκεται απαντά με κλάματα και φωνές. 

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ


Τα τραγούδια του θανάτου οι συλλογείς και οι μελετητές του δημοτικού τραγουδιού τα χωρίζουν σε δύο κατηγορίες: α) τα μοιρολόγια και τα τραγούδια του Κάτω κόσμου και β) τα τραγούδια του Χάρου. Η ετυμολογία της λέξης προέρχεται, μάλλον, απ’ το «λέγω τη μοίρα», το μοιραίο κακό, αν και, κατά τον Αδαμάντιο Κοραή, η προέλευση της θα πρέπει να αναζητηθεί στο έθιμο του μυρώματος του νεκρού (μυρολογώ = μυρώνω, κλαίω τον νεκρό), ο οποίος μάλιστα πρότεινε την ορθογραφία «μυρολόγι», η οποία πάντως δεν επικράτησε, πάντως παρόμοια θρηνητικά τραγούδια παρουσιάζονται σε όλους σχεδόν τους λαούς.


ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ Η ΠΡΟΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΑ Μ.Μ.Ε
Η δισκογραφία, το ραδιόφωνο και οι ελληνικές κινηματογραφικές ταινίες επηρεάζουν αποφασιστικά την δημιουργία και την διάδοση του μοιρολογιού στην Ελλάδα.  Συναντούμε σε πολλές ελληνικές ταινίες την απώλεια  αγαπημένων προσώπων και τον οδυρμό των συγγενών. Παρατηρείται ακόμα και η προβολή του θανατικού με κωμικό τρόπο. Συμπερασματικά, όσα χρόνια κι αν περάσουν τα μοιρολόγια παραμένουν αναλλοίωτα μέσω της προφορικής παράδοσης και περνούν από γενιά σε γενιά.
Παραδείγματα συναντούμε σε διάφορες ελληνικές σειρές κωμικές ή μη όπως ΕΠΤΑ ΘΑΝΑΣΙΜΕΣ ΠΕΘΕΡΕΣ- Η ΜΑΝΙΑΤΙΣΣΑ ΠΕΘΕΡΑ. Ακόμα, αναφορές και σε λογοτεχνικά κείμενα π.χ. ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΙ ΤΗΣ ΦΩΚΙΑΣ του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.

Εργασία των μαθητριών:
Μαμάτσιου Στελίνας, Παπακώστα Ευαγγελίας 



Νεκρόδειπνο
 Στην αρχαία Ελλάδα για το νεκρόδειπνο θυσίαζαν ζώα. Υποτίθεται ότι το δείπνο το προσέφερε ο ίδιος ο νεκρός. Κατά τη γεωμετρική εποχή έτρωγαν δίπλα στον τάφο.
Αργότερα εισήχθη το έθιμο να γίνεται το νεκρόδειπνο στο σπίτι. Στα έπη βλέπουμε ότι μετά την ταφή γίνονται αθλητικοί αγώνες προς τιμήν του εκλιπόντος. Το σημείο ταφής ξεχώριζε με πέτρα  κι επιτύμβια στήλη όπου χαρασσόταν έμμετρο επίγραμμα. 
Νεκρικές προσφορές και νεκρόδειπνα επαναλαμβάνονταν σε τακτά χρονικά διάστημα, 3η και 9η ημέρα στον τάφο, 30η δείπνο που σήμανε το τέλος του πένθους.  Πίστευαν ότι εκείνες τις ημέρες οι νεκροί επιστρέφουν. Προσέφεραν ως  χοές  γάλα, μέλι, χυλός δημητριακών, αίμα ζώων που θυσίαζαν, λάδι ή απλώς νερό (υγρά για 'λουτρό'). Οι σπονδές τοποθετούνταν μέσα στο έδαφος (σε πιθάρια χωρίς πάτο) για να τραφεί ο νεκρός. Ακολουθούσε νεκρόδειπνο. 
Μέχρι τον 4ο αι. , κατά τα μνημόσυνα, προσέφεραν ψωμί και κρασί με ελιές ή τυρί ή ρύζι και ευχόταν «μακαρία ή μνήμη αυτού». Απομεινάρια αυτών των εκδηλώσεων είναι τα σημερινά ψωμάκια και ο καφές τα οποία προσφέρονται κατά τα μνημόσυνα σήμερα από τους συγγενείς του νεκρού .

Εργασία των μαθητών:
Τσαγγαδούρα Αντώνη, Σκάκα Λεωνίδα




Ύμνοι και τροπάρια της νεκρώσιμης ακολουθίας


Στόχοι:  Στην Ελλάδα πριν από την ταφή του νεκρού εκείνος μεταφέρεται στο ναό όπου τελείται η νεκρώσιμη ακολουθία.  Με τα τροπάρια που ψάλλονται,  δηλαδή τα αναγνώσματα και οι ευχές που προσεύχονται οι ιερείς:
·      Περιγράφεται το τραγικό γεγονός του θανάτου με τον οποίο φαίνεται πόσο μάταια είναι τα επίγεια αγαθά και
·      Ζητείται από το Θεό να συγχωρέσει τις αμαρτίες που διέπραξε ο νεκρός στη ζωή του και να αναπαύσει την ψυχή του δίνοντάς της, την αιώνια γαλήνη και ηρεμία στον Παράδεισο.
Ύμνοι της νεκρώσιμης ακολουθίας:
Ήχος β’
Ότε κατήλθες προς τον θάνατον, η ζωή η αθάνατος, τότε τον Άδην ενέκρωσας τη αστραπή της Θεότητος · ότε δε και τους τεθνεώτας εκ των καταχθονίων ανέστησας, πάσαι αι δυνάμεις των επουρανίων εκραύγαζον · Ζωοδότα Χριστέ ο Θεός ημών, δόξα σοι.
Καί νυν.
Ταις μυροφόροις γυναιξί….
Συναπτή μικρά, και Εκφώνησις · Συ γαρ ει ο βασιλεύς της ειρήνης, ο Θεός ημών…
Ήχος α’. Τον τάφον σου, Σωτήρ.
Σινδόνι καθαρά, και αρώμασι θείοις, το Σώμα το σεπτόν, εξαιτήσας Πιλάτω, μυρίζει και τίθησιν Ιωσήφ καινώ μνήματι. Όθεν όρθροιαι, αι Μυροφόροι Γυναίκες ανεβόησαν  · Δείξον ημίν, ως προείπας, Χριστέ, την Ανάστασιν.
Δόξα Πατρί
Δείξον ημίν, ως προείπας, Χριστέ, την Ανάστασιν.
Ωδή α’. Ήχος πλ. β’. Ο Ειρμός.
«Κύματι θαλάσσης, τον κρύψαντα πάλαι,
››διώκτην τύρρανον, υπό γην εκρύψαν τον σεσω-
››σμένον οι παίδες αλλ’ ημείς, ως αι νεάνιδες, τω
 ››Κύριω ασώμεν ενδόξως γαρ δεξόσαστε ››.
Δόξα σοι, ο Θεός ημών, δόξα σοι.
Κύριε Θεέ μου, εξόδιον ύμνον και επιτάφιον ωδήν σοι άσωμαι, το τη ταφή σου ζωής μοι, τας εισόδους διανοίξαντι και θανάτω θάνατον και Άδην θανατώσαντι.
Δόξα Πατρί.
Άνω σε εν θρόνω, και κάτω εν τάφω τα υπερκόσμια και αποχθόνια κατανοούντα, Σωτήρ μου, εδονείτο τη νεκρώσει σου υπέρ νουν ωράθης γαρ νεκρός ζωαρχικώτατος.
Και νυν.
Ίνα σου της δόξης τα πάντα πληρώσης, καταπεφοίτηκας εν κατωτάτοις της γης από σου γαρ ουκ εκρύβει η υποστασίς μου, η εν Αδάμ και ταφής φθαρέντα με, καινοποιείς, Φιλάνθρωπε.
Καταβασία. Κύματι θαλάσσης…
Ωδή γ’. Ο Ειρμός.
«Σε τον επί υδάτων, κρεμάσαντα πάσαν την                                               ››γην ασχέτως, η κτήσις κατιδούσα, εν τω Κρανίω                       ››κρεμάμενον, θάμβει πολλώ συνείχετο. Ουκ έστιν                                   ››Άγιος πλην σου, Κύριε, κραυγάζουσα ››.
Δόξα σοι, ο Θεός ημών δόξα σοι.
Σύμβολα της ταφής σου, παρέδειξας τας οράσεις πληθύνας νυν δε τα κρύφιά σου, θεανδρικώς διετράνωσας και τοις αν Άδη, Δέσποτα· Ουκ έστιν Άγιος πλην σου, Κύριε, κραυγάζουσιν.
Δόξα Πατρί.
[…] Μνήματι και σφαγίσιν, Αχώρητε, συνεσχέθης βουλήσει · και γαρ την δύναμίν σου, ταις ενεργείαις εγνώρισας θεουργικώς τοις μέλπουσιν ·  Ουκ έστιν Άγιος πλην σου, Κύριε, Φιλάνθρωπε.
Ήχος α’.
Τον τάφον σου, Σωτήρ, στρατιώται τηρούντες, νεκροί τη αστραπή  του οφθέντος αγγέλου εγένοντο, κηρύττοντος γυναιξί την Ανάστασιν. Σε  δοξάζομεν, τον της φθοράς καθαιρέτην· σοι προσπίπτομεν, τω αναστάντι εκ τάφου, και μόνω Θεώ ημών.
Ωδή δ’. Ο Ειρμός.
«Την εν Σταυρώ σου θείαν κένωσιν, προ-                                                 ››ορών Αββακούμ, εξεστηκώς εβόα· Συ δυναστών                                 ››διέκοψας κράτος, Αγαθέ, ομιλών τοις εν Άδη                                             ››ως Παντοδύναμος››. 
Ήχος πλ. α’.
Η ζωή εν τάφω, κατετέθης, Χριστέ, και Αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο, συγκαταβάσιν δοξάζουσαι την σην.
Η ζωή πως θνήσκεις; πως και τάφω οικείς; του θανάτου το βασίλειον λύεις δε, και του Άδου τους νεκρούς εξανιστάς. 
Μεγαλύνομεν  σε, Ιήσου Βασιλεύ, και τιμώμεν την ταφήν και τα πάθη σου· δι ων έσωσας ημάς εκ της φθοράς.
Μέτρα γης ο στήσας, εν σμικρό κατοικείς, Ιησόυ Παμβασιλεύ, τάφο σήμερον εκ μνημάτων τους θανόντας ανιστών.
Ιησού Χριστέ μου, Βασιλεύ του παντός, τι ζητών τοις εν τω Άδη ελήλυθας; ή το γένος απολύσαι των βροτών.
Ο Δεσπότης πάντων, καθοράται νεκρός, και εν μνήματι καινώ κατατίθεται, ο κενώσας τα μνημεία των νεκρών.
Η ζωή εν τάφω, κατετέθης Χριστέ, και θανάτω σου τον θάνατον ώλεσας, και επήγασας τω κόσμω την ζωήν.
[…]
Ανυμνούμεν, Λόγε, σε τον πάντων Θεόν, συν Πατρί και τω Αγίω σου Πνεύματι, και δοξάζομεν την θείαν σου ταφήν.
Και νυν. Θεοτοκίον.
Μακαρίζομεν σε, Θεοτόκε Αγνή, και τιμώμεν την ταφήν την τριήμερον του Υιού σου και Θεού ημών πιστώς.
Η ζωή εν τάφω, κατετέθης, Χριστέ, και Αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο, συγκαταβάσιν δοξάζουσαι την σην.
Ήχος πλ. α’.
Άξιον εστί, μεγαλύνειν Σε τον Ζωοδότην, τον εν τω Σταυρώ τας χήρας εκτείναντα, και συντρίψαντα το κράτος του εχθρού.
Άξιον εστί, μεγαλύνειν σε των πάντων Κτίστην · τοις σοις γαρ, Χριστέ, παθήμασιν έσχομεν, την απάθειαν, ρισθέντες της φθοράς.
Έφριξεν η γην, και ο ήλιος, Σώτερ, εκρύβη, σου του ανεσπέρου φέγγους απαύγμασμα, εν σαρκί δύον νεκρώσει θεϊκή.
Ύπνωσας, Χριστέ, τον φυσίζωον ύπνον εν τάφω και βαρέως ύπνου γένος εξήγειρας, αμαρτίας, των ανθρώπων, ως Θεός.
Μόνη γυναικών, χωρίς πόνον ετεκών Σε τέκνον, αφορήτους δε ωδίνας ως τείκτουσα ήδη φέρω, ανεβόα η Σεμνή.
Άνω σε, Σωτήρ, αχωρίστως τω Πατρί συνόντα, κάτω δε νεκρών ηπλωμένων γη, καθορώντα Σεραφείμ υποχωρεί.
Ρηγνύται ναού καταπέτασμα τη ση σταυρώσει και αιδοί φωστήρες, Λόγαι σκοτίζονται ιερέων ιταμότητος ανδρών.
Γης ο κατ’ αρχάς, μόνω νεύματι πήξας τον γύρον καθυπέδυ γην, εκών θανατούμενος! τω θεάματι εκπλήττου, Ουρανέ.
Έδυς υπό γην, ο τον άνθρωπον χειρί σου πλάσας και βροτών τα στίφη πτώματος Ήλιος εξεγείρο παναλκεί Σου δεξιά.
Θρήνον ιερόν, δεύτε άσωμεν Χριστώ θανόντι, ως αι Μυροφόροι Γυναίκες πριν, ακουσώμεθα το Χάιρε συν αυταίς.
Μύρον αληθώς, συ ακένωτον υπάρχεις Λόγε· όθεν ως νεκρώ γυναίκες προσέφερον, μυροφόροι μύρα Ζώντι σοι Θεώ.
Αδού μεν ταφείς τα βασίλεια, Χριστέ, συντρίβεις, θάνατον θανάτω δε θανατείς και τοις θέλουσι δωρείσθαι την ζωήν.
[…]
Άξιον εστί, μεγαλύνειν Σε τον Ζωοδότην, τον εν τω Σταυρώ τας χήρας εκτείναντα, και συντρίψαντα το κράτος του εχθρού.
Ήχος γ’
Αι γενέαι πάσαι, ύμνον τη Ταφή σου προσφέρουσι, Χριστέ μου.
Καθελών του ξύλου, ο Αριμαθείας, εν τάφω σε κηδεύει.
Μυροφόροι ήλθον, μύρα σοι, Χριστέ μου, κομίζουσαι προφρόνως.
Δεύρω, πάσα κτίσις, ύμνους εξοδίους, προσοίσωμεν τω Κτίστη.
Ως νεκρόν τον ζώντα, συν Μυροφόροις πάντες, μυρίσομεν εμφρόνως.
Ιωσήφ τρισμάκαρ · κήδευσον το σώμα, Χριστού του Ζωοδότου.
Ους έθρεψε το μάννα, φέρουσι τω Σωτήρι χολήν άμα και όξεος.
Ω της παραφροσύνης, και της χριστοκτονίας, της των Προφητοκτόνων!
[…]
Τον ρύστην ο πωλήσας, αιχμάλωτος κατέστη, ο δόλιος Ιούδας.
[…]
Ύπτιον ορώσα, η Πάναγνός σε, Λόγε, μητροπρεπώς εθρήνει.
Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατον μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;
[…]
Τοις πόθω τε και φόβω, τα Πάθη σου τιμώσι, δίδου πταισμάτων λύσιν.
[…]
Έρραναν τον τάφον αι Μυροφόροι μύρα, λίαν πρωί ελθούσαι (τρις).
Ειρήνην Εκκλησία, λαώ σου σωτηρίαν, δώρησαι ση εγέρσει.
Δόξα Πατρί.
Ω Τριάς, Θεέ μου, Πατήρ, Υιός και Πνεύμα, ελέησον τον κόσμον.
Και νυν. Θεοτοκίον.
Ιδείν την του Υιού σου Ανάστασιν, Παρθένε, αφίωσον σους δούλους
Αι γενέαι πάσαι, ύμνον τη Τφή σου προσφέρουσι, Χριστέ μου.
Σύ γαρ ει ο Βασιλεύς της ειρήνης, Χριστέ ο Θεός ημών…
Τροπάρια.
Τὸν ληστὴ πάνω στὸ Σταυρὸ πού σοῦ φώναξε τὸ θυμήσου με, τὸν ἔκαμες πρῶτο πολίτη τοῦ Παραδείσου, τὴν μετάνοιά του αὐτὴ ἀξίωσε καὶ μένα νὰ τὴν βρῶ.
Εὐτυχισμένοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν καθαρὴ καρδιά, διότι αὐτοὶ θὰ δοῦν τὸν Θεό.
Σὺ Θεὲ ποὺ κυριεύεις τὴν ζωὴ καὶ τὸν θάνατο, ἀνάπαυσε στὶς αὐλὲς τῶν Ἁγίων Σου, αὐτὸν ποὺ διάλεξες ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα, ὁ ὁποῖος βοᾶ· θυμήσου με στὴν βασιλεία Σου.
Εὐτυχισμένοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ πράττουν ὑπὲρ τὴς εἰρήνης, διότι θὰ ὀνομαστοῦν παιδιὰ τοῦ Θεοῦ.
Σὺ Κύριε, ποὺ δεσπόζεις στὶς ψυχὲς καὶ τὰ σώματα καὶ ποὺ κρατᾶς στὰ χέρια Σου τὴν πνοή μας καὶ εἶσαι ἡ παρηγοριὰ τῶν θλιβομένων, ἀνάπαυσε στὴν χώρα τῶν δικαίων τὸν μεταστάντα δοῦλο Σου.
Εὐτυχισμένοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ διώκονται ἐξαιτίας τῆς δικαιοσύνης, διότι σὲ αὐτοὺς ἀνήκει ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Ὁ Χριστὸς ἂς σὲ ἀναπαύσει στὴν χώρα τῶν δικαίων καὶ νὰ σοῦ ἀνοίξει τὶς πύλες τοῦ Παραδείσου καὶ νὰ σὲ ἀναδείξει πολίτη τῆς βασιλείας Του καὶ νὰ σοῦ δώσει ἄφεση ἁμαρτιῶν ποὺ ἔπραξες στὴ ζωή σου, φιλόχριστε.
Εὐτυχισμένοι εἶστε ὅταν σᾶς κατηγορήσουν οἱ ἄνθρωποι καὶ σᾶς διώξουν καὶ σᾶς συκοφαντήσουν μὲ ψεύδη ἐξαιτίας Μου.
Ἂς βγοῦμε καὶ νὰ δοῦμε στοὺς τάφους ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι γυμνὰ ὀστᾶ, τροφὴ γιὰ τὰ σκουλήκια καὶ δυσοσμία καὶ νὰ σκεφτοῦμε ποιὰ ἀξία ἔχει ὁ πλοῦτος, ἡ ὀμορφιά, ἡ δύναμη καὶ ἡ εὐπρέπεια.
Νὰ εἶστε χαρούμενοι, διότι ὁ μισθός σας εἶναι μεγάλος στὸν οὐρανό.
Ἂς ἀκούσουμε τί λέγει ὁ Παντοκράτορας Θεός, ἀλίμονο σὲ σᾶς ποὺ ζητᾶτε νὰ δεῖτε τὴν φοβερὴ ἡμέρα τῆς κρίσεως. Αὐτὴ εἶναι σκοτάδι καὶ ἡ φωτιὰ θὰ δοκιμάσει τὰ σύμπαντα.
Δόξα στὸν Πατέρα, τὸν Υἱό, καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
Στὴν ἄναρχη γέννηση τῆς Τριάδας, Πατέρα προσκυνῶ ποὺ γέννησε τὸν Υἱό, τὸν Υἱὸ δοξάζω ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ ἀνυμνῶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ συνεκλάμπει μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό.
Καὶ τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς ἀτελείωτους αἰῶνες. Ναί, πράγματι.
Πῶς ἀπὸ τοὺς μαστούς Σου πηγάζεις γάλα Παρθένε; Πῶς τρέφεις Αὐτὸν ποὺ τρέφει τὴν κτίση; Ἀσφαλῶς ὅπως γνωρίζει αὐτὸς ποὺ πήγασε νερὸ ἀπὸ τὴν πέτρα καὶ ἄνοιξε τὶς φλέβες τῶν νερῶν γιὰ νὰ ξεδιψάσει τὸν λαό, ὅπως λέει ἡ Γραφή.

Εργασία μαθητών Β’3 : Χρύσα Παπαθανασίου, Γιάννης Σιακαβάρας, Γιαννούλα Συνγκιλάρι


Θρήνοι για την Πόλη



Οι θρήνοι για την άλωση, γνήσια δημιουργήματα της λαϊκής έμπνευσης, εκφράζουν τη θλίψη των «Ρωμιών» για το «πάρσιμο της Πόλης απ’ την Τουρκιά» αλλά και την ελπίδα της επανάκτησης των «αλησμόνητων πατρίδων». Θλίψη και ελπίδα δένονται αρμονικά σε ήχους αργούς και μελικούς. Άλλοτε όμως οι ήχοι τους έρχονται σε αντίθεση με τα λόγια τους και είναι χαρμόσυνοι. Αυτό, όπου έγινε, έγινε σκόπιμα, για να μπορούν τα τραγούδια αυτά να τραγουδιούνται από τους Έλληνες στα πανηγύρια τους, χωρίς να δίνουν στόχο για το περιεχόμενό τους, αλλά αντίθετα να δίνουν την αίσθηση πως επρόκειτο για τραγούδια γιορτινά, κατά πως πρόσταζε η περίσταση, ώστε να μη δίνουν στόχο στους Τούρκους, οι οποίοι πλέον επέβλεπαν κάθε κίνηση τους και να μπορούν ταυτόχρονα τα τραγούδια αυτά να περνούν, απαρατήρητα από τον κατακτητή, από στόμα σε στόμα από γενιά σε γενιά.



1.«Πήραν την Πόλη μωρέ πήραν την, πήραν τη Σαλλονίκη

Πήραν και την Αγιό Σοφιά το μέγα μαναστήρι
Πώ ΄χει σαρανταδυό ΄κλησιές κι εξήντα δυο καμπάνες
Κάθε καμπάνα και παπάς κάθε παπάς και ψάλτης» (Ηπείρου)

2.«Ν’ ανέβαινα πολύ ψηλά, ψηλά παν’ τα ουράνια
Να διω την Πόλ’ πως καιητι, τα κάστρα πως ρημάζουν
΄Πο μια μερια ν ‘ ιδείν φωτιά, ‘πο την αλλ’ χάρος την δέρνει
Τα μοναστήρια καίγουντι κι οι εκκλησιές χαλιούντι
Πήραν μανάδες με παιδιά και πεθερές με τσ’ νύφες
Πήραν μια χήρα παπαδιά με δυο με τρεις νιφάδες» (Μάλγαρα Ανατ.Θράκης)

3.«Να ΄μαν δεντρί στη Βενετιά, χρυσή μηλιά στην Πόλη
και κόκκινη τριανταφυλλιά, μεσ’ τους επτά ουράνους
Ν’ ανέβαινα να βίγλιζα την Πόλη πως τουρκεύει
Πόλη μου για δεν χαίρεσαι, για δε βαρείς παιγνίδια
Το πώς μπορώ να χαίρομαι και να βαρώ παιχνίδια
Μέσα με δέρνει ο θάνατος, ν’ όξω με δέρνει ο Τούρκος
Κι απ’ τη δεξιά μου τη μεριά, Φράγκος με πολεμάει…» (Καππά Καρδίτσας)
ΤΟ ΜΑΝΤΑΤΟ
Η είδηση της Αλωσης, στους θρήνους, φτάνει άλλοτε από το πουλί που γυρνά με καμένα φτερούδια από την Πόλη, άλλοτε από το παιδί της χήρας που διαβάζει τα χαρτιά, άλλοτε από το καράβι κι άλλοτε από άγγελο σταλμένο απ’ το Θεό…: «ας πάψει το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τ’ άγια γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει…»

4.«Ένα πουλάκι ξέβγαινε πω μέσα από την Πόλη,
Χρυσά ήταν τα φτερούδια του, χρυσά και κεντημένα
Κι ήταν καημένα από φωτιά και μαυροκαπνισμένα
πες μας πες μας πουλάκι μου, κανα καλό χαμπάρι
Τι να σας πω μαύρα παιδιά, τι να σας μολογήσω
Πήραν την Πόλιν η Τουρκιά, πήραν και το Φανάρι
Πήραν και την Αγια Σοφιά.»(Ελασσόνας)

5.«Έναν πουλίν, καλόν πουλίν εβγαίν' από την Πόλιν
ουδέ στ' αμπέλια κόνεψεν ουδέ στα περιβόλια,
επήγεν και-ν εκόνεψεν α σου Ηλί' τον κάστρον.
Εσείξεν τ' έναν το φτερόν σο αίμα βουτεμένον,
εσείξεν τ' άλλο το φτερόν, χαρτίν έχει γραμμένον,
Ατό κανείς κι ανέγνωσεν, ουδ' ο μητροπολίτης°
έναν παιδίν, καλόν παιδίν, έρχεται κι αναγνώθει.
Σίτ' αναγνώθ' σίτε κλαίγει, σίτε κρούει την καρδίαν.
"Αλί εμάς και βάι εμάς, πάρθεν η Ρωμανία!"
Μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαίγνε τα μοναστήρια
κι ο Γιάννες ο Χρυσόστομον κλαίει, δερνοκοπιέται,
-Μη κλαίς, μη κλαίς Αϊ-Γιάννε μου, και δερνοκοπισκάσαι
-Η Ρωμανία πέρασε, η Ρωμανία 'πάρθεν.
-Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο.» (Πόντου)
6.«Που πας μωρέ που πάς χελιδονάκι μου
Που πας χελιδονάκι μου, που πας με τον αγέρα
Πάνω μωρέ πάνω μαντάτα στη Φραγκιά
Πάνω μαντάτα στη Φραγκιά, μαντάτα για την Πόλη
Πήραν μωρέ πήραν, την Πόλη πήρανε
Πήραν την Πόλη πήρανε, πήραν τη Σαλλονίκη
Πήραν μωρέ πήραν και την Αγια Σοφιά
Πήραν και την Αγια Σοφιά, το Μέγα Μαναστήρι
Βγάλτε μωρέ βγάλτε παπάδες τα ιερά
Βγάλτε παπάδες τα ιερά κι εσείς κεριά σβηστείτε
Γιατί μωρέ γιατ’ είναι θέλημα Θεού
Γιατ’ είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει» (Ηπείρου)

7«Γιατί πουλί μ΄ δεν κελαηδείς πως κελαηδούσες πρώτα
Για πως μπορώ να κελαηδώ ;
Με κόψαν τα φτερούδια μου, με πήραν τη λαλιά μου
Μας πήρανε μπρ’ αμάν την Πόλη μας και την Αγια Σοφιά μας
Κλαίγει πικράν η Παναγιά» (θρήνος Θράκης)

8.«Εσείς πουλιά πετούμενα, πετάτε στον αέρα
Στείλτε χαμπέρια στη Φραγκιά στη Μοσχοβιά μαντάτα
Πήραν την πόλη πήρανε, πήραν τη Σαλλονίκη
Πήραν και την Αγια Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι
Και η κυράτσα Παναγιά στην πόρτα ακουμπισμένη
Χρυσό μαντήλιν εκρατεί, τα δάκρυα της σφουγγούσε
Και τους μαστόρους έλεγε και τους μαστόρους λέγει
Πάψτε μαστόροι τη δουλειά, μη χάνετε καιρό σας
Εδώ τζαμί δε γίνεται, για να λαλούν χοτζάδες,
εδώ θα μένει η Αγια Σοφιά…» (Δυτ. Μακεδονίας)

9.«Ισείς πουλιά μ’ πιτούμενα, πιτάτι στουν αέρα
Χαμπέρ να πάτι στο Μοριά, χαμπέρι στην Ελλάδα:
«Τούρκοι την Πόλη πήρανε» , πήραν τη Σαλλονίκη
Πήραν και την’ Αγια Σοφιά, το μέγα μοναστήρι
Πώ χει τριακόσια σήμαντρα κι αξήντα δυο καμπάνες
Κάθε καμπάνα και παπάς κάθε παπάς και διάκος
Τούρκοι την Πόλη πήρανε..» (Νιγρίτα Σερρών)

10.«Από την Πόλη ως τη Σαλλονίκη, Χρυσός αητός βγήκε να γκιζιρήσει
Χρυσός αητός βγήκε να γκιζιρήσει, νούδι γκιζιρούσι, νούδι κι πετούσι
Μον΄ περπατούσι κι ηλεγεν Ελένη μ’ πήραν την πόλ’ πήραν τη Σαλλονίκη
Πήραν την Πολ’ πήραν την Σαλλονίκη, πήραν το Μέγα Μοναστήρι
Πω χει τριακόσια σήμαντρα Ελένη μ’ κι ηξήντα δυο καμπάνες
Κι ηξήντα δυο καμπάνες και χίλιους καλογέρους» (Καρδίτσας)


11.«Θέλω ν’ ανέβω σε βουνό, πέρδικα, μαρή πέρδικα
γιε μ’ τους κάμπους ν΄ αγναντέψω,
πέρδικα, μαρή πέδικά μου.
Βρίσκω μια πετροπέρδικα, πέρδικα, μαρή πέρδικα
Γιε μ’ μια πετροπεριστέρα
Πέρδικα, πετροπέρδικά μου.
Να λέει τραγούδι θλιβερό, πέρδικα, μαρή πέρδικα
Γιε μ’ να λέει μοιρολόγι
Πέρδικα, μαρή πέρδικά μου.
Μοιρολογούσε κι έλεγε, πέρδικα, μαρή πέρδικα
Γιε μ’ μοιρολογάει και λέει,
Πέρδικα, μαρή πέρδικά μου.
Οι Τούρκοι επήραν τη Σοφιά, πέρδικα, μαρή πέρδικα
Γιε μ’ το Μέγα Μαναστήρι
Πέρδικα, πετροπέρδικά μου
Πήραν άσπρα, πήραν φλωριά
Πήραν μανάδες και παιδιά μου…» (Ανατ. Στερεάς Ελλάδας)

12. «Θρήνος κλαυθμός και οδυρμός και στεναγμός και λύπη,
Θλίψις απαραμύθητος έπεσεν τοις Ρωμαίοις.
Εχάσασιν το σπίτιν τους, την Πόλιν την αγία,
το θάρρος και το καύχημα και την απαντοχήν τους.
Τις το 'πεν; Τις το μήνυσε; Πότε 'λθεν το μαντάτο;
Καράβιν εκατέβαινε στα μέρη της Τενέδου
και κάτεργον το υπάντησε, στέκει και αναρωτά το:
-"Καράβιν, πόθεν έρκεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;"
-"Ερκομαι ακ τα' ανάθεμα κι εκ το βαρύν το σκότος,
ακ την αστραποχάλαζην, ακ την ανεμοζάλην°
απέ την Πόλην έρχομαι την αστραποκαμένην.
Εγώ γομάριν Δε βαστώ, αμέ μαντάτα φέρνω
κακά δια τους χριστιανούς, πικρά και δολωμένα.»

13.«Στην Πόλη γράφουν τα χαρτιά, στη Σαλλονικ’ τα στέλνουν
Κανάς δεν πάει να τα δει, κανάς δεν τα διαβάζει
Μόνο της χήρας το παιδί πααιν΄ και τα διαβάζει
Η μάνα του τον ρώτησι κι η μάνα του του λέει
Παιδί μ’ τι γράφουν τα χαρτιά, τι μολογάει το γράμμα
Αυτό που γράφουν τα χαρτιά ο Θιός να μην το δώσει
Θέλει να γίνει πόλεμος, η Πόλη να τουρκέψει» (Σαγιάδες Τρικάλων)

14.«Σημαίνει ο Θιός, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια,
σημαίνει κι η Αγια Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,
με τετρακόσια σήμαντρα κι εξηνταδυό καμπάνες,
κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.
Ψάλλει ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης,
κι απ΄ την πολλήν την ψαλμουδιά εσειόντανε οι κολόνες.
Να μπούνε στο χερουβικό και να 'βγει ο βασιλέας,
φωνή τους ήρθε εξ ουρανού κι απ' αρχαγγέλου στόμα:
"Πάψετε το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τ' άγια,
παπάδες πάρτε τα ιερά και σεις κεριά σβηστείτε,
γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει.
Μόν' στείλτε λόγο στη Φραγκιά, να 'ρτουνε τρία καράβια
το 'να να πάρει το σταυρό και τ' άλλο το βαγγέλιο,
το τρίτο το καλύτερο, την άγια τράπεζά μας,
μη μας την πάρουν τα σκυλιά και μας τη μαγαρίσουν".
Η Δέσποινα ταράχτηκε και δάκρυσαν οι εικόνες.
"Σώπασε κυρά Δέσποινα, και μη πολυδακρύζεις,
πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας είναι». (Θράκης)

15.«Τρεις καλογέροι κρητικοί και τρεις απ’ τ’ Αγον Όρος
Καράβιν αρματώνουνε και καλοσυγυρίζουν
Στην πρύμνη βάζουν το σταυρό, στη μεσ’ τον Πατριάρχη
Και ψάλλαν το χερουβικό και τ’ άξιον εστίν ως
Φωνή ηκούσθη εξ ουρανού, εκ στόματος αγγέλου
Ας πάψει το χερουβικό και τ’ άξιον εστίν ως
Πήραν οι Τούρκοι τη Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι
Πώ ΄χει τριακόσια σήμαντρα κι εξήντα δυο καμπάνες» (Μακεδονίας)
 
Εργασία των μαθητών: Λιανά Κων/νου, Παπαδόπουλου Γιάννη 
 Δημοτικά τραγούδια του θρήνου (μοιρολόγια)     
 Θρήνος σημαίνει «έκφραση έντονου ψυχικού πόνου με κλάματα, λυγμούς και μοιρολόγια». Στις μορφές θρήνου συναντάμε τον θρήνο της κόρης για την μάνα που έχασε, τον ερωτικό θρήνο και τον θρήνο της μάνας για το παιδί της που πέθανε. Άλλες μορφές θρήνου που συναντούμε στο δημοτικό τραγούδι είναι ο θρήνος της ξενιτιάς, ο θρήνος στα νυφιάτικα τραγούδια και ο θρήνος στα κλέφτικα τραγούδια. Δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι είναι πολύ δύσκολο να αποδεχτούμε την απώλεια αγαπημένων μας ανθρώπων. Σε αντίθεση με την γέννηση, που συνοδεύεται από το αίσθημα της χαράς και της ευτυχίας, ο θάνατος κάποιου κοντινού μας προσώπου μας προκαλεί το πιο δυσάρεστο αίσθημα που μπορεί να βιώσει κανείς, και ιδίως όταν ο θάνατος είναι ξαφνικός. Ο θάνατος είναι αναπόφευκτο γεγονός στη ζωή, και από το μυαλό των περισσότερων ανθρώπων, αν όχι όλων, έχει περάσει η σκέψη ότι κάποια στιγμή θα μας βρει το κακό αυτό, όπως λένε και οι μοιρολογίστρες σε κάποια από τα τραγούδια τους, όταν αναφέρονται στον θάνατο.
Ο θάνατος κατέχει θεμελιακή θέση στη σκέψη του δημοτικού ποιητή. Γι’ αυτό το λόγο υπάρχει μια σημαντική κατηγορία δημοτικών τραγουδιών, τα μοιρολόγια. Ο θρήνος στο δημοτικό τραγούδι εκφράζεται με το μοιρολόι, το οποίο δραματοποιεί τον θάνατο, ιδίως με τον σπαραγμό που αποτελεί ακραία μορφή πένθους. Ο πονεμένος ξεριζώνει τα μαλλιά του, φωνάζει και χτυπιέται με μανία. Με αυτό τον τρόπο εκφράζει τον πόνο του και θρηνεί τον χαμό του αγαπημένου του ανθρώπου. Η αντίδραση αυτή του σπαραγμού βοηθάει στην εκτόνωση και στην μετέπειτα επούλωση του ψυχικού τραύματος. Ο θάνατος γίνεται αποδεκτός από τον δημοτικό ποιητή/ποιήτρια, μόνο όταν ο νεκρός έχει πεθάνει σε μεγάλη ηλικία, ευτυχισμένος, και έχει αφήσει πίσω του όλα τα παιδιά και τα εγγόνια του.

1.Αν θα σε πάρει ο πόνος και φλόγα απ΄την καρδιά σου,
για κίνα και έλα
νικκλησιά, στη νικκλησιά τη μάντρα.
Φκιάσε τα νύχια σου τσαπιά, την απαλάμη φτυάρι.
Δεξά ρίξε τα χώματα, δεξά και τα σανίδια.
Αν είμαι  άσπρος και
καλός,σκύψε και φίλησέ με
κι αν είμαι μαύρος κι
άραχνος γύρνα και σκέπασέ με.
2.Ήρθε Τετάρτη θλιβερή, Πέμπτη φαρμακωμένη,
Παρασκευή ξημέρωσε, μην είχε ξημερώσει.
Μανώλης μας βαρέθηκε μες τον τροχό,  στη στρούγκα.
3. Ήρθε καιρός να φύγουμε κι ώρα για να πάμε.
Είναι κακό, παιδιά
μ΄, το χώρισμα κι αντάμα δεν μπορούμε.
Θα πάμε
σ΄άλλο σύνορο, σε άλλο βιλαέτι.
4.Πάνω (πηγαίνω) την άκρια του γυαλιού, την άκρια του θαλάσσου.
Βρίσκω του Γιάννη τα
μαλλλιά,του Γιάννη τα πλεξούδια.
Πάνω
παρέκεια στην πλαγιά κι βρίσκω  το  κεφάλι.
Σκύβω το παίρνω αγκαλιά, το γλυκοκουβεντιάζω.
-Κεφάλι
μ΄, πού ΄ν΄τα χέρια σου και πού ΄ναι το κορμί σου;
-Τα χέρια μου  τα κόψανε και το κορμί το πήραν.
Και το παράχωσαν
σ΄ένα παλιό μπαΐρι.
Μπαΐρι, παλαιομπάιρο και παλαιοαπαριασμένο.
Σαράντα  χρόνια ακάμωτο και
΄ξηντα απαριασμένο.
Βάζουν δαμάλια
αμάθεντα,δαμάλια μαθημένα.
Παίρνουν και βγάζουν κόκαλα, ανθρώπινα κεφάλια.
5.Ο ήλιος εβασίλεψε βαριά βαλαντωμένος
Μήνα με
τ΄άστρο μάλωσε, μήνα με το φεγγάρι;
Ούτε με
τ΄άστρο μάλωσε, ούτε με το φεγγάρι.
Ο χάρος κάνει τη χαρά, στον ανεψιό που σφάζει.
Σφάζει παιδιά αντί
γι΄αρνιά, γυναίκες προβατίνες,
σφάζει  της χήρας τον
υγιό αντί παχύ κριάρι.
Κι η  μάνα του
πάνει κοντά, όλο παρακαλώντας
Άσε με
χάρι, τον υγιό και πάρε με τη νύφη
Μωρή μάνα, οκυλόμανα, κακό μυαλό που έχεις.
Μήγαρις η
νύφ΄πόνο δεν έχ΄, αδέλφια να την κλάψουν;
6.Ποια δόλια μάναν τόλεγε,τ΄αδέλφια δεν πονιούνται
Τ΄αδέλφια σκίζουν τα βουνά κι οι αδερφές τους κάμπους
Κι η μάνα σκίζει τη θάλασσα ώσπου να
τ΄ανταμώσει
Που
πάησε και τ΄αντάμωσε σ΄ένα χρυσό τραπέζι.
Χρυσά μαντήλια
τάριχνε τα δάκρυα να σκουπίσουν.
Κι ένας τον άλλο έλεγαν κι ένας τον άλλο λένε
Αδέλφια πως πορεύετε  εδώ στα μαύρα ξένα.
7. ΜΟΥ ΓΕΛΑΣΑΝΕ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ
Δε μπορώ ο μαύρος, δε μπορώ και θέλω να πεθάνω,
θέλω νερό απ’ τον τόπο μου και μήλο απ’ τη μηλιά μου,
θέλω και
μουσκοστάφυλο απ’ την κληματαριά μου.
Τρία κορίτσια τ’ άκουσαν, τρέχουν για να τα φέρουν
ένα τον φέρνει το νερό κι άλλο μήλο φέρνει,
το τρίτο το μικρότερο τον φέρνει το σταφύλι.
Σήκω, ξένε μ’ , να πιείς νερό, σήκω να φας το μήλο,
να φας και
μουσκοστάφυλο να δροσιστεί η καρδιά σου.
Εγώ σας λέω δε μπορώ και σεις με λέτε σήκω
για πιάστε με να σηκωθώ και βάλτε με να κάτσω,
να πω τραγούδια θλιβερά και παραπονεμένα,
να πω τα μαύρα ντέρτια μου και τα παράπονα μου,
να κάνω τα βουνά να κλαίν, τα έλατα να τρίζουν,
ν’ακούσει η μανούλα μου μαύρα δάκρυα να χύσει.
8. ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΜΑΥΡΑ ΤΑ ΒΟΥΝΑ
Γιατί είναι μαύρα τα βουνά και στέκουν βουρκωμένα,
Μήνα τα χιόνια τα βαρούν, μήνα βροχές τα δέρνουν;
Ουδέ τα χιόνια τα βαρούν, ουδέ βροχές τα δέρνουν,
ο Χάρος είναι που περνά, φέρνει τους πεθαμένους,
μπροστά
πηγαίν’ οι νιοί και νιές, κατόπι γερόντοι
και παραπίσω (τα παιδιά σειρά αραδιασμένα),
παρακαλούσαν κι έλεγαν, παρακαλούν και λένε:
-Χάρε,
κουνέψου στο χωριό, κάτω στις κρύες βρύσες,
να πιούν οι
γέροντοι νερό, οι νιοί να ανασάνουν
και τα μικρά λουλά παιδιά λουλούδια να μαζέψουν.
-Ούτε
κουνεύω στο χωριό, ούτε στις κρύες βρύσες,
έρχονται οι μάνες για νερό, γνωρίζουν τα παιδιά τους,
έρχονται
κ’οι γυναίκες…, γνωρίζουν τους αντρούς τους.
9. ΜΗ ΜΕ ΣΚΕΠΑΖΕΙΣ, ΟΥΡΑΝΕ
Μη με σκεπάζεις, ουρανέ, μη με σκεπάζεις, χώμα,
ακόμα δεν
εφόρεσα στέφανι κι αρραβώνα,
κι όταν πεθάνω, θάψτε με κοντά σε κυπαρίσσι,
γράψτε με γράμματα χρυσά πως πέθανα κορίτσι.
10. «Άνοιξε θλιβερή καρδιά και πικραμένα χείλια, άνοιξε, πες μας τίποτα και
παρηγόρησε μας.  Παρηγοριά έχει ο θάνατος και
λυποσύνη ο Χάρος΅, ο ζωντανός ο χωρισμός παρηγοριά δεν έχει.
Χώριζ’ η μάνα απ’ τα παιδιά και τα παιδιά απ’ τη μάνα, χωρίζει κι ένα αντρόγυνο πολυαγαπημένο…»
11. Δε θέλω εγώ να τραγουδώ, ούτε κρασί να πίνω, μα πρέπει να’ μαι σ’    ερημιά σ’ ένα βαθύ λαγκάδι. Να κοίτομαι τα’ απίστομα, να χύνω μαύρα δάκρυα.
Να γίνουν λίμνες και
γυαλός και ποταμός μεγάλος. Να γίνουν μια κρυόβρυση κρύα και παγωμένη.
Να’
ρχονται οι νιες, νερό, κρύο νερό να παίρνουν και να πίνουν. Να πίνουν να δροσίζονται και να ξεχνούν τον πόνο.
Να’
ρχονται τα παιδόπουλα, κρύο νερό να πίνουν, να πίνουν να δροσίζονται και να ξεχνούν τον πόνο.
Να’
ρχεται κι η αγάπη μου, κρύο νερό να παίρνει, να κλαίει, να μοιρολογάει να χύνει μαύρα δάκρυα.
12. Σε ποιόν να πω τον πόνο μου, να με παρηγορήσει; Να τόνε ρίξω στα βουνά, φοβάμαι μη ραγίσουν.
Να τόνε ρίξω στα κλαδιά, φοβάμαι μη στεγνώσουν. Αν πέσει  μες στην ποταμιά, ο ποταμός θα
στίψει.
Σε ποιόν να πω τον πόνο, που έχω στην καρδιά μου;
Και
τάκουσε μια λυγερή κι αμέσως απαντάει:
Ρίξ’ τον, κόρη μ’, στη θάλασσα, το κύμα να τον πάρει.
Αν τόνε ρίξω στον
γυαλό, θα πνίξω τα καράβια, θα πάρω κόσμο στο λαιμό μ’, θα πνίξω παλικάρια.                                                        Να τον ειπώ στη γειτονιά, μαθαίν’ ο κόσμος όλος.
Στα
τρίστρατ’ αν τον ρίξω, τον παίρνουν οι διαβάτες και χάνονται στους δρόμους.
Ας τον βαστάξω στην καρδιά μ’ κι ας έχω το μαράζι….».
13. Δέντρο είχα στην αυλή μου, κυπαρίσσι στον οντά μου.
Μόρφαινε τη γειτονιά μου, ‘μόρφαινε κι όλο τον κόσμο, ‘μόρφαινε όλο το σπίτι.
Τώρα τράβηξε αέρας, έπεσαν τα φύλλα όλα, έπεσαν και τα κλαδιά του, ξεριζώθηκε κι ο δέντρος…».
14. Μα τι ‘δανε τα μάτια μου; ένα μεγάλο θάμα. Στη μέση απ’ τη θάλασσα, μηλιά
‘ταν φυτεμένη. Κάνει τα φύλλα πράσινα και τον καρπό δεμένο.
Και σταυραϊτός
εκλώθονταν, φωλιά θέλει να πλέξει.
Κι
αντιλογήθηκ’ η μηλιά και του αντιλογιέται:
Για
φεύγα, φεύγα σταυραϊτέ και συ μαύρο κοράκι.
Μη μου
γκρεμάς την άνθη μου, μη ρίχνεις τον καρπό μου.
Δε θέλω
γω την άνθη σου, θέλω την ομορφιά σου…».
15. Κίνησε το ποτάμι μας, κατεβασιά μεγάλη. Σέρνει λιθάρια αρρίζωτα, δέντρα ξεριζωμένα.
Σέρνει και μια
γλυκομηλιά με μήλα φορτωμένη.
Κι απάνω στα κλωνάρια  της, δυο αδέρφια αγκαλιασμένα.
Ένα στο άλλο έλεγε κι ένα στο άλλο λέγει. Κράτα μ’ αδερφέ να σε κρατώ μη
τύχ’ και χωριστούμε.
Μ’ αν τύχει και χωρίσουμε, σαν που θ’ ανταμωθούμε;
Στο μαύρο χώμα τα’
άραχνο, το καταραχνιασμένο…».
16. Μάλωνε η μάνα του γαμπρού, απόψε με τ’ς ανέμους.
Πάψτε
ανέμοι μ’ πάψετε, ν’ ανάψω το λυχνάρι, για να δεχτώ τη νύφη μου.
Το πώς την
έχ’ η μάνα της. Με τα χεράκια σταυρωτά κι όλα τα νυφικά της.
Του αρραβώνα, κυρ’ γαμπρέ, το
χρυσοδαχτυλίδι, της νύφης δεν της άρεσε
και κλαίει και χτυπιέται και του θανάτου έπεσε.
Ως την απάνω Κυριακή, πες της να περιμένει, να πάω να
βρώ το χρυσικό
καινούργιους και πιο  ‘
μορφους να φτιάξει αρραβώνες…».

Εργασία των μαθητριών: 
Φωτεινής Νταζάνη, Αφροδίτης Πλιάτσιου

Ένα έθιμο και ένα μοιρολόγι της Μάνης
Ένα από τα γνωστότερα έθιμα της Μανιάτικης παράδοσης είναι ο Γδικιωμός. Όταν δύο οικογένειες αποφάσιζαν να ανοίξουν ”όχτρητα”(έχθρα), λίγα πράγματα μπορούσαν να εμποδίσουν ή να αναβάλλουν τις συγκρούσεις.

Ένα από αυτά ήταν το Ξέβγαρμα. Όταν κάποιος ήθελε να κυκλοφορήσει δημόσια, χωρίς τον κίνδυνο να τον σκοτώσει κάποιος από την αντίπαλη οικογένεια, τότε έπρεπε να συνοδεύεται απο τον Ξεβγάρτη.

Ο Ξεβγάρτης ήταν ένα άτομο από ισχυρή οικογένεια, ουδέτερη ως προς τον πόλεμο. Οι εχθροί δεν τολμούσαν να χτυπήσουν τον Ξεβγάρτη ή τον προστατευόμενό του, γιατί τότε η οικογενειά του θα συμμαχούσε με αυτή του προστατευόμενου και θα γινόντουσαν πιο ισχυροί. Για να είναι σεβαστός ο Ξεβγάρτης έπρεπε να είναι από αξιόλογο γένος και όχι από αχαμνότερη οικογένεια αλλιώς διέτρεχαν και ο ίδιος και ο προστατευόμενός του.

Στο παρακάτω μοιρολόι γίνεται άλλη μια αναφορά για τον Ξεβγάρτη και το ρόλο του.
Της Βγενικής
Ψηλοχαμπήλωσε σουκιά,
για να ξανανοίξω τα βουνά
κι’ όλα τα λειροχάλικα,
μην έρχεται ο Ληγόρης μου,
στην Καλαμάτα, πώλειπε
Μήπως και πάει από ψηλά,
και πάει στον κουμπαρώνε μας
στα Μαυρομιχαλιάνικα,
του βάλασι ψωμί έφαε,
του δώκασι κρασί έπιε,
κι απέει τον ερωτήσασι
μη θέεις κουμπάρε ξεβγαρτή,
κείνου του φάνη σα ντροπή
και σα μεγάλη προσβολή
Έδωκε μια κι’ έφυγε,
το δρόμο, ου επάαινε,
στη λούμπα την αθόλωτη
συναπαντήθησα οι γιοχτροί
σα φίλοι εχωρίσασι.



 Μα με τον πιζωκολισμό,εκείνοι ήτα εξ’οκτώ κι’εκείνο ήτα μοναχό

 Μνιά μπαταριά του δώκανε και χάμου τον ξαπλώσανε.

 Εργασία των μαθητών: Μανιού Νικόλα, Παυλίδη Γιάννη


 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.