Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

"ΙΠΠΟΤΕΣ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ" της Ελένης Φ.



Κεφάλαιο 3
Μπάστιαν
«ΙΣΟΛΤ! ΠΩΣ ΤΟΛΜΑΣ ΝΑ ΠΗΓΑΙΝΕΙΣ ΣΤΗΝ ΜΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΦΟΡΑΣ ΛΕΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΚΑΜΙΑ ΑΛΛΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ, ΑΠΟ ΤΟ ΝΑ ΜΠΛΕΚΕΙΣ ΣΕ ΚΑΘΕ ΣΥΜΜΟΡΙΑ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΙΣ ΛΕΣ ΚΑΙ ΕΙΣΑΙ ΚΑΝΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ… ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΟΥ, ΣΟΥ ΜΙΛΑΩ!  Καθόλου σεβασμός ρε παιδί μου… ΣΑ ΔΕ ΝΤΡΕΠΕΣΑΙ ΛΙΓΟ! ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΡΑΜΑ! ΩΡΑΙΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΔΙΝΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΔΕΡΦΗ ΣΟΥ! Κι εσύ, νεαρέ μου…», γυρνάει σ’ εμένα, «… φρόντισε να συμμαζέψεις λιγάκι την αδερφή  σου!».
«Καλά, εντάξει.». Ω, ναι! Σίγουρα! Οπωσδήποτε! Θα αναλάβω εγώ τώρα – ποιος; εγώ! – την ευθύνη της μικρής μου αδερφής! Απ’ αυτό το πλευρό να κοιμάσαι!
Ανέβηκα στο δωμάτιό μου. «Ρέιτσελ!».
«Τι είναι, Μπάστιαν;».
«Όταν ηρεμήσει η μαμά, σφύρα.».
«Θα βγείτε και σήμερα;».
«Ναι.».
«Να έρθω μαζί σας;».
«Θα φωνάζει η μαμά.».
«Ναι, αλλά δεν ακούω.».
«Τότε έλα!». Μετά φώναξα την άλλη μου αδερφή. «Ισόλτ!».
Κοίτα πώς ανεβαίνει τα σκαλιά. Ούτε λύκοι να την κυνηγούσαν. «Τι είναι;», με ρώτησε λαχανιασμένη.
«Θα έρθει και η Ρέιτσελ.».
«Καλά, την άφησες;».
«Γιατί όχι;».
Ένα άγριο χαμόγελο εμφανίστηκε στο πρόσωπό της. «Ωραία.».
Άψογα, σκέφτηκα εγώ γιατί θα χρειαζόμασταν πολλά πυρομαχικά για το αποψινό.
Στην πόλη αυτή υπάρχουν δώδεκα συμμορίες, με τις κυρίαρχες να είναι οι “Σκοτεινοί Παλαιστές” και οι “Ιππότες του δρόμου”. Εγώ και οι αδερφές μου είμαστε μέλη των “Ιπποτών του δρόμου”, και εγώ συγκεκριμένα είμαι αρχηγός της συμμορίας και ιδρυτής της ομάδας άμυνας “Λαμπερή Ασπίδα” και σήμερα αποστολή μας είναι να υπερασπιστούμε τις εισόδους στο δάσος. Δεν είμαι σίγουρος γιατί όμως. Ο ξεδοντιάρης Τζακ είπε ότι πρέπει να κρατήσουμε τους κατοίκους της πόλης και γενικότερα τους πάντες έξω απ’ το δάσος πάση θυσία. Μπορεί να έχει σχέση με τους ξυλοκόπους που κάνουν απεργία, αλλά απ’ ό, τι φαίνεται η Ρέιτσελ έχει ένα πολύ καλό προαίσθημα για να ζητήσει να έρθει. Το κακό είναι ότι αν η Ρέιτσελ έχει κάποιο καλό προαίσθημα, τότε μπλέκουμε σε μπελάδες.
Φύγαμε στα κρυφά απ’ το παράθυρο. Η Ρέιτσελ έτρεμε ολόκληρη από τον ενθουσιασμό της, αλλά η Ισόλτ για πρώτη φορά φαινόταν να ανησυχεί. «Μην ανησυχείς.», της είπα. «Μπορούμε να κλέψουμε τα τσεκούρια που ξέχασαν κι έτσι θα έχουμε τζάμπα όπλα.».
«Ναι, αλλά αυτοί τι έχουν;». Για κάποιο λόγο το “αυτοί” μου έδωσε την εντύπωση ότι δεν αναφερόταν σε αντίπαλες συμμορίες. Ανατρίχιασα. Οι φήμες οργίαζαν. Μπορούσες πλέον να ακούσεις το οτιδήποτε. Το γεγονός ότι οι ξυλοκόποι σταμάτησαν να δουλεύουν είναι από μόνα του αρκετά περίεργο. Το να φύγει ξαφνικά ο ξεδοντιάρης Τζακ από την αγορά και να πάει στο δάσος με την παραγγελία «να μην μπει κανένας πάση θυσία!» είναι ακόμη πιο περίεργο. Αλλά γίγαντες να κυκλοφορούν μέσα στο δάσος; Αυτό παραπάει!
Η Ρέιτσελ απάντησε στις υποψίες μου. «Φοβάται ότι στο δάσος υπάρχουν γίγαντες.».
«Δεν υπάρχουν γίγαντες!».
«Δεν είμαι και τόσο σίγουρη.», μουρμούρισε η Ισόλτ.
Με τα πολλά φτάσαμε στις προκαθορισμένες μας θέσεις. Εγώ μαζί με την Ρέιτσελ, και η Ισόλτ μόνη της. Την ζήλευα γι’ αυτό. Είναι απίστευτη πολεμίστρια. Την έχω δει να νικάει μόνη της τρεις έφιππους ιππότες χωρίς να χρησιμοποιεί τίποτα πέρα από την ασπίδα της.
Αυτό ήταν προτού σχηματιστούν οι συμμορίες, προτού τα χαρακτηριστικά της γίνουν τόσο παράξενα. Διότι παλιά και η Ισόλτ και η Ρέιτσελ ήταν φυσιολογικές. Τα μαλλιά τους ήταν μαύρα και σγουρά και τα μάτια τους καφέ. Μετά όμως απ’ αυτό, προς μεγάλο τρόμο των γωνιών μας αλλά και των ίδιων, άρχισαν ν’ αλλάζουν, να μεταμορφώνονται μπροστά στα μάτια μας. Μάλιστα, όταν τα μαλλιά της Ρέιτσελ έγιναν άσπρα και ίσια, ο πατέρας μας νόμισε ότι τον καταράστηκε ο Θεός να γεράσει η κορούλα του πρόωρα και αυτοκτόνησε. Από τότε η μαμά έγινε πολύ πιο αυστηρή με τα κορίτσια. Τουλάχιστον, χαίρομαι που δεν έγινε τίποτα και μ’ εμένα.
Περιμέναμε πολλή ώρα, αλλά σε αντίθεση μ’ εμένα, τα κορίτσια γίνονταν όλο και πιο ανήσυχα. Στο τέλος η Ισόλτ βαρέθηκε. «Στοίχημα ότι τίποτα δεν θα γίνει σήμερα.».
Ξαφνικά ακούστηκαν ζητωκραυγές και φάνηκε ένα μικρό πλήθος από μικρά αγόρια που κρατούσαν κάτι τόξα της πλάκας. «Τα “Κοράκια”;», απόρησε η Ρέιτσελ.
«Καλά, απ’ όλα τα άτομα που θα μπορούσαν να εμφανιστούν, αυτοί εμφανίστηκαν;», είπε η Ισόλτ. Συμφώνησα αμήχανα. Πλάκα μας κάνετε;
«Πρέπει να τους κρατήσουμε έξω από το δάσος.», είπε η Ρέιτσελ.
Έγνεψα καταφατικά. Πήραμε εγώ το τσεκούρι μου, η Ρέιτσελ τη σπάθα της και ετοιμαστήκαμε για μάχη. Η Ισόλτ σήκωσε την ασπίδα της. Πάντα με ασπίδα πολεμάει.
Δεν πέρασαν ούτε δύο λεπτά μέχρι να μας φτάσουν. Έβγαλα μια πολεμική ιαχή και όρμησα. Αμέσως κατάλαβα και το σχέδιό τους. Είδαν την Ισόλτ μόνη της, νόμισαν ότι είναι εύκολος στόχος και όρμησαν όλοι πάνω της. Χα! Λες και θα καταφέρουν ποτέ να την νικήσουν!
Έτσι λοιπόν εγώ με την Ρέιτσελ καθίσαμε σ’ ένα βράχο και περιμέναμε την Ισόλτ να τελειώσει.
Όταν βάρεσε λοιπόν με την ασπίδα της και τον τελευταίο, η Ρέιτσελ είπε: «Δώδεκα λεπτά και δεκαέξι δευτερόλεπτα.». Κοίταξα την Ισόλτ και ανασήκωσα το φρύδι μου.
«Ήμουν νυσταγμένη.», εξήγησε.
«Για μισό λεπτάκι.», είπε η Ρέιτσελ. «Δεν ήτανε δώδεκα παιδιά;».
«Ναι.».
«Γιατί εδώ υπάρχουν μόνο δέκα;».
Κοιταχτήκαμε. «Μπήκαν στο δάσος!».

Μετά από μισή ώρα, ακόμα τρέχαμε. «Πού λέτε να πήγαν;», ρώτησε λαχανιασμένη η Ισόλτ.
Κοίταξα γύρω μου. Δέντρα, δέντρα, δέντρα, δέντρα. «Δεν έχω ιδέα.».
«Φοβάμαι.», είπε η Ρέιτσελ.
«Μην ανησυχείς.», της είπε η Ισόλτ. «Θα τους βρούμε, θα τους πετάξουμε έξω απ’ το δάσος με τις κλοτσιές και μετά θα γυρίσουμε σπίτι.». Αλλά μου φάνηκε ότι το είπε περισσότερο για να παρηγορήσει τον εαυτό της.
«Δεν φοβάμαι γενικότερα. Φοβάμαι ότι δεν θα τους βρούμε.».
Ξαφνικά ακούσαμε φωνές. «Από εκεί!», φώναξα. Αρχίσαμε να τρέχουμε σ’ αυτή την κατεύθυνση.
Γρήγορα φτάσαμε σ’ αυτό το σημείο, αλλά με το που μας είδαν εκείνα τα αγόρια, το έβαλαν στα πόδια.
«Ουάου. Δεν χρειάστηκε καν να τους πω.».
Τότε προσέξαμε το τρίτο αγόρι. Ήταν ένας γίγαντας.
Σχετικά κοντός για γίγαντας, καθώς δεν ξεπερνούσε το 1.80, και αδύνατος. Δεν μπορεί να ήταν πάνω από δώδεκα. Είχε δασιά φρύδια και κόκκινα μαλλιά κοντά, αλλά μερικές τούφες ήταν πάρα πολύ μακριές και τις είχε κάνει πλεξουδάκια. Φορούσε ένα απλό, λευκό κοντομάνικο πουκάμισο, μαύρο, κοντό, κοντομάνικο σακάκι, ένα απλό μαύρο παντελόνι και μαύρα δερμάτινα παπούτσια. Επίσης φορούσε κόκκινα γάντια και ένα γαλαζωπό πανί γύρω απ’ το κεφάλι του, για να συγκρατεί τα μαλλιά του. Είχε κάτι καφετιά τατουάζ στο πρόσωπό του. Πιο πέρα ήταν πεταμένη μια πένα φτιαγμένη από λευκό φτερό αλλά βαμμένη χρυσή στην άκρη της, που μάλλον ήταν δικιά του.
«Τελικά υπάρχουν γίγαντες.».
«Τώρα τι κάνουμε;», ρώτησε η Ισόλτ.
«Ξέρω εγώ;», είπα. «Είναι αναίσθητος.».
«Να τον πάρουμε σπίτι μας!», πρότεινε η Ρέιτσελ. Και έτσι καταλήξαμε να τον κουβαλάμε εγώ και η Ισόλτ μέχρι το σπίτι μας. Και ήταν και βαρύς!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.