 |
| Άννα Φρανκ (1929 -1945) |
Περίληψη: Αφορμή της σελίδας του ημερολογίου της Άννας αποτέλεσε ένα επεισόδιο με την αδερφή της, τη Μαργκότ. Η θέση που πήραν οι γονείς της στο επεισόδιο ωθεί την Άννα να ξεδιπλώσει τις σκέψεις της και τα παράπονά της για τη συμπεριφορά της οικογένειά της απέναντί της. Θεωρεί ότι η αδελφή της απολαμβάνει την απόλυτη αγάπη των γονιών της σε αντίθεση με εκείνη. Εκφράζει τη λατρεία της προς τον πατέρα της, που όμως δεν φαίνεται, σύμφωνα με την Άννα να της συμπαραστέκεται. Απέναντι στη μητέρα της εκφράζει εχθρικά συναισθήματα, καθώς τη θεωρεί ανεπαρκή ως προς τον ρόλο της. Ωστόσο, η Άννα πιστεύει ότι παρ’ όλες τις αδυναμίες του χαρακτήρα της, έχει στόχους και όνειρα, που μπορεί να τα εκμυστηρευθεί μόνο στην πιστή της φίλη, την Κίτυ, όπως ονόμασε το ημερολόγιό της.
Χαρακτηρισμοί:
Η Άννα: είναι ένα ευαίσθητο κορίτσι στην εφηβεία, το οποίο βιώνει πολλές συναισθηματικές διακυμάνσεις. Χωρίς να απορρίπτει την οικογένειά της αισθάνεται απομονωμένη και αποξενωμένη. Πιστεύει ότι οι γονείς της προτιμούν την αδελφή της, ενώ η ίδια βρίσκεται πάντα στο περιθώριο. Απογοητεύεται από την συμπεριφορά των γονιών της, από τους οποίους ζητά αγάπη, αναγνώριση των αναγκών της και κατανόηση. Η ανταγωνιστική σχέση που αναπτύσσει με την αδερφή της έχει ως αποτέλεσμα να παρουσιάζεται η ίδια ως εγωίστρια και απείθαρχη. Εκφράζει τα συναισθήματά της με υπερβολικό τρόπο, προσπαθώντας να κατακτήσει την ανεξαρτησία της και το σεβασμό της προσωπικότητά της.
Ο πατέρας: εξιδανικεύεται από την Άννα, ωστόσο δεν φαίνεται να μπορεί να αντιληφθεί τις αγωνίες και τις ανάγκες της. Την αντιμετωπίζει ως κακομαθημένο παιδί που διεκδικεί την προσοχή όλων και συντάσσεται -όσον αφορά τη διαχείριση των καθημερινών καταστάσεων- με τη σύζυγό του.
Η μητέρα: παρουσιάζεται ως αδιάφορη απέναντι στις συναισθηματικές ανάγκες της Άννας. Δείχνει ολοφάνερη προτίμηση στην άλλη της κόρη, ενώ αντιμετωπίζει την Άννα με μειωτικό τρόπο. Χαρακτηρίζεται ως παράλογη, σκληρή και ανεπαρκής όσον αφορά στο ρόλο της ως μητέρας, που προϋποθέτει την ολοκληρωτική αγάπη και φροντίδα όλων των παιδιών.
Η Μαργκότ: έχει ανταγωνιστική σχέση με την αδελφή της. Έχει πλήρη συνείδηση της γονεϊκής προτίμησης, την οποία και εκμεταλλεύεται για να εδραιώσει τη θέση της. Παρουσιάζεται ως έξυπνη και όμορφη, στοιχεία που υπερτονίζονται από την Άννα.
Η Κίτυ: η φανταστική ( προσωποποιημένη) φίλη της Άννας με τη μορφή ημερολογίου. Υποκαθιστά την οικογένεια της Άννας έχοντας όλες αυτές τις αρετές που αναζητά κάποιος σε έναν φίλο. Είναι πιστή, εχέμυθη, αφουγκράζεται τα άγχη, τις αγωνίες και τις επιθυμίες της Άννας, χωρίς να κρίνει και να επικρίνει.
Ενότητες -πλαγιότιτλοι:
· 1η: «Η μητέρα είναι τρομερά … διάθεση της Μαργκότ» - Το επεισόδιο με τη Μαργκότ.
· 2η: «Δεν τις αγαπώ … τα ελαττώματά της» - Τα παράπονα για τον πατέρα.
· 3η: «Περισσότερο απ’ όλους … στα παιδιά τους»- Η απογοήτευση από τη συμπεριφορά της μητέρας.
· 4η: «Μερικές φορές μού περνά… ό,τι θέλω» - Η αυτοκριτική της Άννας.
· 5η: «Τελικά ξαναγυρίζω … ξεχειλίζει» - Ο ρόλος του ημερολογίου στη ζωή της Άννας.
Είδος κειμένου: ημερολόγιο σε μορφή επιστολής
Αφηγητής: ταύτιση αφηγητή -ήρωα, ομοδιηγητικός
Γλώσσα: (μετάφραση) συγκροτημένος λόγος με ακριβείς παρατηρήσεις
Ύφος: εξομολογητικό, ειρωνικό, επικριτικό.
«Αγαπητή Κίττυ,
Ελπίζω ότι θα μπορέσω να εμπιστευτώ τα πάντα σε σένα, μιας και δεν έχω εμπιστευτεί ποτέ κάτι σε κανέναν και ελπίζω ότι θα είσαι μεγάλη πηγή ανακούφισης και στήριξης». Αυτή ήταν η πρώτη φορά που η μικρή Άννα Φρανκ έγραψε κάτι στο ημερολόγιό της. Ένα μικρό, κόκκινο ημερολόγιο που της αγόρασε ο πατέρας της, Όττο Φρανκ για τα 13α γενέθλιά της και όπου για τα επόμενα δύο χρόνια της ζωής της θα κατέγραφε τις σκέψεις και τα συναισθήματά της, ώσπου να έβρισκε μαρτυρικό θάνατο στα χέρια των Ναζί. Ποια ήταν όμως η Άννα Φρανκ; Και πως κατάφερε ένα μικρό κορίτσι να συγκινήσει τόσα εκατομμύρια ανθρώπων με ένα ημερολόγιο;  |
| Η Άννα Φρανκ |
Η Ανελίς Μαρί (Άννα) Φρανκ γεννήθηκε στις 12 Ιουνίου του 1929 στην Φρανκφούρτη της Γερμανίας. Η οικογένειά της ήταν εβραϊκής καταγωγής. Επίσης, είχε μια μεγαλύτερη αδερφή, την Μάργκοτ. Βρισκόμαστε στις αρχές τις δεκαετίας του '30. Ο Α’ παγκόσμιος πόλεμος είχε τελειώσει και η ηττημένη Γερμανία υπέφερε από μια δυσβάσταχτη οικονομική κρίση. Ο πατέρας της Όττο Φρανκ, που είχε υπηρετήσει στον γερμανικό στρατό ως αξιωματικός, παρακολουθούσε με αγωνία τις πολιτικές εξελίξεις, οι οποίες ήταν ραγδαίες. Όταν στις 13 Μαρτίου του 1933 το ναζιστικό κόμμα του Αδόλφου Χίτλερ ήλθε στην εξουσία και ο ίδιος έγινε καγκελάριος, τότε η οικογένεια Φρανκ κατάλαβε ότι είχε έρθει η ώρα να αποχαιρετίσει την Γερμανία.  |
| Η Οικογένεια Φρανκ |
Πρώτα μετακόμισαν στο Άαχεν και από εκεί στο Άμστερνταμ. Ο Όττο Φρανκ άρχισε να εργάζεται ως διευθυντής στην εταιρεία Οπέκτα, μια εταιρεία επεξεργασίας μαρμελάδας, ενώ η Άννα και η αδερφή της γράφτηκαν αμέσως στο σχολείο. Η Μάργκοτ Φρανκ ήταν εσωστρεφής και ήπιος χαρακτήρας, ενώ η Άννα εξωστρεφής και ιδιαίτερα κοινωνική, έχοντας μάλιστα πολλούς Ολλανδούς, Γερμανούς, Εβραίους και Χριστιανούς φίλους.
Τον Μάιο του 1940 η Γερμανία εισβάλλει στην Ολλανδία. Αμέσως αρχίζει η καταδίωξη και η κοινωνική απομόνωση των Εβραίων. Οι αδερφές Φρανκ αναγκάζονται να παραιτηθούν από το σχολείο τους και να γραφτούν στο Εβραϊκό Λύκειο. Επίσης, υποχρεώνονται να φορούν το κίτρινο αστέρι του Δαβίδ και να ακολουθούν τους αυστηρούς κανόνες συμπεριφοράς που έχουν συνταχθεί για όλους τους εβραϊκής καταγωγής υπηκόους της Ολλανδίας. Στο μεταξύ, ο πατέρας της Φρανκ λαμβάνει μέτρα για να προστατέψει την οικογένειά του. Παραιτείται από την θέση του ως διευθυντής και παραχωρεί τα δικαιώματα ιδιοκτησίας της Οπέκτα σε δύο έμπιστους συνεργάτες του, κατορθώνοντας όμως να εξασφαλίσει για την οικογένειά του ένα μικρό εισόδημα.
Όλα αυτά η μικρή Άννα τα γράφει στο ημερολόγιό της. Γράφει για τις διώξεις κατά των ομοεθνών της, για τα περιοριστικά μέτρα, τους φόβους του πατέρα της για το μέλλον, αλλά και για τον θάνατο της γιαγιάς της, ένα γεγονός που την στεναχώρησε βαθιά. Γράφει όμως και για τα όνειρά της. Θέλει να γίνει ηθοποιός και λυπάται πολύ που της απαγόρευσαν να πηγαίνει σινεμά. Νιώθει ότι η ζωή της έχει αλλάξει πολύ και ότι έχει χάσει πολλά από τα προνόμια της σαν παιδί. Όλα αυτά όμως θα της φανούν αδιάφορα, όταν πολύ σύντομα χάσει την ελευθερία της.
Το γράμμα που ήρθε στα χέρια της οικογένειας Φρανκ εκείνο τον ζεστό Ιούλιο του 1942 κατάφερε να τους κάνει όλους να χάσουν το χρώμα τους. Ήταν από την κεντρική διοίκηση των Ναζί στην Ολλανδία και συγκεκριμένα από το γραφείο που ασχολείται με θέματα μετανάστευσης των Εβραίων. Απαιτούν από την Μάργκοτ Φρανκ να παρουσιαστεί προκειμένου να αποσταλεί για καταναγκαστικά έργα στα στρατόπεδα εργασίας των Γερμανών.
 |
| Μάργκοτ και Άννα |
Ο Όττο Φρανκ καταλαβαίνει ότι ήρθε η ώρα. Ανακοινώνει στην οικογένειά του ότι πρέπει να κρυφτούν. Η κρυψώνα τους θα είναι τα πίσω δωμάτια των εγκαταστάσεων της Οπέκτα. Οι πιο έμπιστοι υπάλληλοί τους θα τους βοηθήσουν να επιβιώσουν. Όλοι συμφωνούν και ετοιμάζονται γρήγορα για εκεί. Λίγο πριν κρυφτούν, η Άννα δίνει στην φίλη και γειτόνισσά της, Τούτσι Κιούπερς ένα βιβλίο, ένα σετ τσαγιού, ένα τενεκεδάκι με βόλους και την γάτα της οικογένειας για να τα φυλάξει μέχρι να γυρίσουν.
«Ανησυχώ για τους βόλους μου, επειδή φοβάμαι ότι θα πέσουν σε λάθος χέρια. Μπορείς να τους κρατήσεις για λίγο;», της είχε πει χαρακτηριστικά.
Το πρωινό της 6ης Ιουλίου του 1942, η οικογένεια Φρανκ εισέρχεται στο μυστικό της καταφύγιο, αφήνοντας το διαμέρισμα που έμεναν μέχρι τώρα αναστατωμένο, αλλά και ένα σημείωμα σε φανερό μέρος ότι έφυγαν στην Ελβετία. Το καταφύγιο ή Achterhuis στα Ολλανδικά είναι ένα σχετικά άνετο μέρος. Στον πρώτο όροφο υπάρχουν δύο μικρά δωμάτια με ένα κοινό μπάνιο. Από πάνω υπάρχει ένα μεγαλύτερο δωμάτιο, με ένα ακόμη μικρότερο από πίσω. Από εκεί, μια σκάλα οδηγεί στην σοφίτα. Μόλις οι Φρανκ κρύβονται, η πόρτα εισόδου καλύπτεται από μια βιβλιοθήκη. Τέλος, όσον αφορά τρόφιμα, φάρμακα, αλλά και νέα από τον έξω κόσμο, τους τα παρέχουν οι έμπιστοι φίλοι και συνεργάτες τους.
 |
Το οίκημα που περιελάμβανε το καταφύγιο των Φρανκ |
Λίγο αργότερα, στις 13 Ιουλίου του 1942, το καταφύγιο φιλοξενεί μια νέα οικογένεια, αυτή των Βαν Πελ. Η Άννα χαίρεται που θα έχει παρέα και το γράφει αμέσως στο ημερολόγιό της. Ο μικρός όμως χώρος δημιουργεί γρήγορα προβλήματα στους ενοίκους του. Οι τσακωμοί είναι συχνοί και η Άννα τους αντιπαθεί όλους, ιδιαίτερα το τελευταίο μέλος του καταφυγίου, τον Φριτζ Πφέφερ, φίλο της οικογένειας, με τον οποίο μάλιστα αναγκάζεται να μοιραστεί το δωμάτιο της. Άλλα όσο οι καυγάδες ταράζουν την ζωή του μικρού κοριτσιού, άλλο τόσο την αναστατώνει ο έρωτας, τον οποίο η Φρανκ θα συναντήσει για πρώτη φορά στο πρόσωπο του Πίτερ Βαν Πελ. Θα είναι ο πρώτος που θα την φιλήσει, αλλά και αυτός που θα την κάνει να αναρωτηθεί αν τα συναισθήματά της είναι αληθινά ή προήλθαν από την συγκατοίκησή τους. Όπως και να’ χει, ο έρωτας της δίνει κουράγιο, όχι όμως όσο της δίνει το γράψιμο, το οποίο την βοηθά να αντέξει τον εγκλεισμό.
 |
| Εικόνα από το ημερολόγιο της Άννας |
«Όταν γράφω,», λέει στο ημερολόγιό της, «τινάζω από πάνω μου κάθε έγνοια. Η λύπη μου εξαφανίζεται, το πνεύμα μου ξαναζωντανεύει. Αλλά αυτή είναι η μεγάλη ερώτηση: Θα μπορέσω να γράψω ποτέ κάτι σπουδαίο; Θα γίνω ποτέ δημοσιογράφος ή συγγραφέας;».
Δεν θα το μάθει ποτέ. Στις 4 Αυγούστου του 1944, ύστερα από μια ανώνυμη πληροφορία, οι Ναζί θα εισβάλλουν στο καταφύγιο και θα συλλάβουν τους Φρανκ, τους Βαν Πελ και τον Φριτζ Πφέφερ. Θα τους ανακρίνουν αυστηρά και στην συνέχεια, δυο μέρες μετά, θα τους στείλουν στο στρατόπεδο του Γουέστερμπροκ. Επειδή συνελήφθησαν κρυπτόμενοι, θεωρούνται εγκληματίες. Η ποινή που τους επιβάλλεται είναι σκληρή εργασία.
 |
| Το στρατόπεδο τού Άουσβιτς |
Στο Γουέστερμπροκ δεν μένουν πολύ. Λίγο αργότερα στέλνονται οικογενειακώς στο Άουσβιτς. Μόλις φτάνουν εκεί, οι άνδρες διαχωρίζονται από τις γυναίκες. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που ο Όττο Φρανκ είδε την γυναίκα και τις κόρες του ζωντανές. Η ζωή για την Άννα, την μητέρα της και την αδερφή της πρόκειται να γίνει ανυπόφορη. Τις γδύνουν εντελώς, τις ξυρίζουν το κεφάλι και τις χαράσσουν στο χέρι ένα αριθμό αναγνώρισης. Η Άννα περνάει την ημέρα της κουβαλώντας μεγάλα βράχια και στρώνοντας τάπητες. Μερικά χρόνια αργότερα, κάποιοι μάρτυρες που έτυχε να βρίσκονται στο ίδιο στρατόπεδο με την Άννα θα πουν ότι την έβλεπαν πολλές φορές να κλαίει όταν παρακολούθαγε δεκάδες παιδιά να οδηγούνται στους θαλάμους αερίων. Παρόλα αυτά όμως, η νεαρή κοπέλα έδειξε αξιοθαύμαστη υπομονή και θέληση για ζωή. Όμως οι δυσκολίες είναι πολλές. Το φαγητό είναι λίγο, η κούραση πολλή και το χειρότερο από όλα, το στρατόπεδο είναι γεμάτο αρρώστιες. Η Άννα γρήγορα προσβάλλεται από ψωρίαση, όπως και η αδερφή της. Οι Ναζί τις μεταφέρουν αμέσως στο ιατρείο, το οποίο όμως είναι σε κακή κατάσταση. Στις 28 Οκτωβρίου έρχονται νέες εντολές από το Βερολίνο για μεταφορά γυναικών στο στρατόπεδο του Μπέργκεν Μπέλσεν. 8000 γυναίκες, ανάμεσά τους η Άννα και η Μάργκοτ Φρανκ μεταφέρονται εκεί. Η μητέρα τους μένει πίσω. Θα πεθάνει λίγο μετά από ασιτία. Χωρίς να το γνωρίζουν, οι δύο αδερφές νιώθουν μόνες στον κόσμο, αλλά έχουν στήριγμα η μια την άλλη.
Στις αρχές του 1945 στο στρατόπεδο ξεσπά επιδημία τύφου. 17000 κρατούμενοι πεθαίνουν σε μικρό χρονικό διάστημα. Η Μάργκοτ αρρωσταίνει βαριά και λίγο καιρό αργότερα πέφτει από το κρεβάτι της και πεθαίνει. Η Άννα δεν αντέχει αυτή την απώλεια. Το ηθικό της σπάει, δεν θέλει πια να ζει. Απελπισμένη και αβοήθητη, θα πεθάνει λίγες μέρες μετά και αυτή, τον πικρό εκείνο Φεβρουάριο του 1945, λίγες εβδομάδες προτού Βρετανοί στρατιώτες καταλάβουν το στρατόπεδο και ελευθερώσουν όλους τους κρατουμένους.
Ο Όττο Φρανκ θα είναι ο μόνος που θα επιβιώσει. Θα μάθει για την τύχη της γυναίκας του, αλλά και των δύο κοριτσιών του από τον Ερυθρό Σταυρό, τον Ιούλιο του 1945. Έχοντας μείνει πια μόνος του, ο απαρηγόρητος σύζυγος και πατέρας θα επιστρέψει στο Άμστερνταμ. Εκεί θα ανακαλύψει ότι το ημερολόγιο της μικρής του κόρης είχε τελικά σωθεί. Και όταν το διαβάσει, θα ανακαλύψει μια τελείως διαφορετική Άννα.
«Δεν είχε καμία σχέση με το παιδί που είχα χάσει», θα πει αργότερα στην μητέρα του. «Πραγματικά, δεν είχα ιδέα για το βάθος των σκέψεων και των συναισθημάτων της».
Αν και βυθισμένος στην θλίψη, ο Όττο Φρανκ θέλει να εκδώσει το ημερολόγιό της. Θέλει να μάθει και ο υπόλοιπος κόσμος την ιστορία της. Στην αρχή, δεκάδες εκδοτικοί οίκοι το απορρίπτουν. Τελικά το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ θα δημοσιευτεί για πρώτη φορά στην Βρετανία με τον τίτλο «Το πίσω σπίτι».
Το βιβλίο παίρνει καλές κριτικές, όπως και στην Αμερική, αλλά και στην Γαλλία. Την μεγαλύτερή του όμως επιτυχία την γνωρίζει στην Ιαπωνία, όπου λαμβάνει διθυραμβικές κριτικές και σημειώνει πωλήσεις της τάξης των 100000 βιβλίων και άνω. Με το πέρασμα των ετών, η δημοτικότητά του μεγάλωσε και έγινε πολύ δημοφιλές. Μάλιστα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο, αλλά και στο θέατρο, ενώ πολλοί ήταν αυτοί που μίλησαν με τα καλύτερα λόγια για αυτό, όπως ο Νέλσον Μαντέλα, ο οποίος είπε ότι «διαβάζοντάς το κατά την διάρκεια της φυλάκισης του, έλαβε πολύ κουράγιο από την ιστορία της μικρής Άννας».
Η Άννα Φρανκ υπήρξε ένα κορίτσι γεμάτο δημιουργικότητα, σοφία και κυρίως θέληση για ζωή. Έγραψε μονάχα ένα βιβλίο, αλλά αυτό ήταν αρκετό. Σήμερα θεωρείται ηρωίδα, ένα σύμβολο του ολοκαυτώματος, αλλά και μια πολύ καλή συγγραφέας, αν και τελικά δεν κατάφερε να το μάθει ποτέ. Το ημερολόγιό της διαβάζεται και ξαναδιαβάζεται από δεκάδες ανθρώπους, οι οποίοι μέσα του αντικρίζουν ένα ζωντανό κορίτσι που πίστευε στην ζωή, στην αγάπη και, παρόλα τα όσα πέρασε, στην καλοσύνη των ανθρώπων..
«Και πραγματικά είναι αξιοθαύμαστο το ότι δεν έχω εγκαταλείψει ακόμη τις αρετές μου, παρότι φαίνεται πια τόσο παράλογο και αδύνατο να τις κρατήσω. Τις κρατάω λοιπόν, γιατί, κόντρα σε όλα, πιστεύω ακόμη ότι οι άνθρωποι είναι καλοί στην καρδιά..».