Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

ΤΟ ΝΕΡΟ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ Α' ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ




  Το νερό στα  Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α΄ Γυμνασίου.

Πρόγραμμα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης
ΎΔΩΡ:  Σημάδια του νερού στον τόπο και στο χρόνο

ΒΑΛΤΑΔΩΡΕΙΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΚΟΖΑΝΗΣ
ΟΜΑΔΑ ΜΑΘΗΤΩΝ: ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ ΜΑΡΙΑ, ΒΡΟΝΤΖΟΥ ΑΛΕΞΙΑ, ΚΑΡΑΜΠΕΚΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ


ΖΩΡΖ ΣΑΡΡΗ, «Νινέτ»
Ήταν λέει,σε  μια απέραντη θάλασσα και γύρω της πολύς κόσμος, η κυρία Λίνα, ο Τουλουμπής και η Τουλουμπίνα,η Μαλβίνα,η κυρία Περσεφόνη και πολλά μωράκια ίδια με την Ειρήνη ,μα πουθενά η μαμά κι ο καπετάνιος κολυμπούσε στο πλάι της και της είπε : μην ψάχνεις,η μαμά σου πνίγηκε και η κυρία Περσεφόνη γελούσε ,κι εκείνη έκανε να φωνάξει βοήθεια και το στόμα της ήταν μπουκωμένο νερό.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, «Στην Παναγιά τη Σαλονικιά»
Τάζουν στην Παναγία και τους δίνει
Καλά ταξίδια ,γαληνιάζ’ η θάλασσα
Όταν στο πέλαγος την επικαλεσθούν
Την Παναγία την Σαλονικιά

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΤΟΚΑΣ, «Ο Δημοτικός Κήπος του Ταξιμιού»
Μόλις άρχιζε και σκοτείνιαζε κι είχε συναχτεί πια το παιδοθέμι ερχότανε ένας όμιλος από υπαλλήλους του κήπου που κουβαλούσε,με ύφος τελετουργικό,ένα πελώριο λάστιχο του ποτίσματος συνδέανε με μια βρύση ξεδιπλώνανε κι άρχιζαν να καταβρέχουν την οθόνη.Καμιά φορά το νερό δεν ερχότανε,οι υπάλληλοι έφερναν εργαλεία,γινότανε ιστορία ολόκληρη.Τέλος το νερό πιτσιλούσε με δύναμη το πανί και οι συμμορίες, έξαλλες, χειροκροτούσαν, πετούσαν τα καπέλα τους στον αέρα και φώναζαν ζήτω.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ, «Γυάλινα Γιάννενα»
……..,μια λίμνη ως κόρην οφθαλμού
…….σαν το βαπόρι σε καλά νερά,……

ΛΟΥΙΣ ΣΕΠΟΥΛΔΕΒΑ, «Το μαύρο κύμα»
……,αλλά το κύμα ήταν πιο γρήγορο και την πήρε από κάτω.Η Κένγκα βούτηξε της φορές το κεφάλι της στο νερό…….κατάφερε κάποτε να φτάσει στο τέλος της πετρελαιοκηλίδας και να’ρθει σε επαφή με το καθαρό νερό.Όταν βουτώντας το κεφάλι της στο καθαρό νερό κατάφερε να το καθαρίσει.Σκόρπισαν στη θάλασσα χιλιάδες λίτρα από μια ουσία παχύρευστη και μολυσματική, που επέπλεε στο κύμα. Η Κένγκα πέρασε της πιο βασανιστικές της ώρες καθισμένη στο νερό,…

ΤΖΩΝ ΦΩΟΥΛΣ, «Κοιτώντας την Αθήνα»
Στο Νότο απλώνονταν το καθαρό, γαλανό της θάλασσας στο τέλος του καλοκαιριού. Μια υπέροχη ακινητοποιημένη συνέχεια γης και νερού.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ, «Θαλασσινά τραγούδια»
…η θάλασσα δροσίζεται,
στα γαλανά νερά της…
…και σαν να καμαρώνεται
της θάλασσας το άτι…
ΙΤΑΛΟ ΚΑΛΒΙΝΟ, «Μανιτάρια στην πόλη»
… «Μια νύχτα να βρέξει», έλεγε μέσα του, «και θα είναι έτοιμα».
…Τη νύχτα έβρεξε: όπως οι αγρότες, που έπειτα από μήνες ξηρασίας ξυπνούν και χορεύουν από χαρά στον ήχο των πρώτων σταγόνων, έτσι κι ο Μαρκοβάλντο ήταν ο μόνος στην πόλη που ξύπνησε, ανακάθισε στο κρεβάτι και φώναξε τους δικούς του: «Βρέχει, βρέχει» και ανέπνευσε τη μυρωδιά της βρεγμένης σκόνης και της δροσερής υγρασίας που ερχόταν απέξω…
ΛΑΪΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ, «Το πιο γλυκό ψωμί»
…Κι όλη τη μέρα την περάσανε πάλε έτσι, νηστικοί κι οι δυο τους , μόνο λίγο νερό ήπιανε από τη στέρνα, που ήτανε κοντά στην καλύβα…

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΟΛΛΑΣ, «Η πείνα του Καραγκιόζη»
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ- Αλήθεια, Καραγκιόζη, και το ‘χουν παραμελήσει αυτό το μέρος και έχει και τόσο ωραίο νερό το πηγάδι.

ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ, «Η λιτανεία»
Παράκλησες για τη βροχή. Τα παλικάρια βαστούσαν τα κονίσματα το μεγάλο κόνισμα της Σαμαριτίδας με το νερό στο σταμνί της. Και τα νερά τρέχουν από τη μια γούρνα στην άλλη, Άνδρες γυναίκες παιδιά και γέροι όλοι τ'ακλούθησαν να πάνε στα ειλώνια να παρακαλέσουν τον Κύριο που κρέμασε τη γη πάνω στα νερά να στείλει στα δέντρα τα πνεύματα της βροχής. Τότες έκανε ο παπάς τον αγιασμό και ράντισε με βρεγμένο βασιλικό ελιώνα στα τέσσερα σημεία σταυρωτά. Κατόπι οι παπάδες είπαν την παράκληση για τη βροχή Στέκονταν με κολλημένα πλευρά και μουκάνιζαν διψασμένα βέλαζαν λυπητερά και ξεψυχούσαν από την πείνα και τη δίψα γιατί η γης δεν έβγαζε νερό να δροσιστούν και χορτάρι να φάνε.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ, «Ηλιοβασίλεμα»

Την πύρη του καλοκαιριού την σβηεί γλυκό αγεράκι
που κατεβάζουν τα βουνά που φέρνουν τα ακρογιάλια.
 Ανάρια τα κλωνάρια του κουνάει ο γέρο-πεύκος,
 και πίνει και ρουφάει δροσιά και αχολογάει και τρίζει,
 η βρύση η χορταρόστρωτη δροσίζει τα λουλούδια,
 και μ'αλαφρό μουρμουρητό γλυκά τα νανουρίζει,
 θολώνει πέρα η θάλασσα, τα ριζοβούνια ισκιώνουν,
 τα ζάλογκα μαυρολογούν, σκύβουν τα φρύδια οι βράχοι,
 και οι κάμποι γύρω οι απλωτοί πράσινο πέλαο μοιάζουν.


ΕΥΓΕΝΙΑ ΦΑΚΙΝΟΥ, «Η ζωή στη Σύμη»

 Στην άλλη άκρη του δωματίου είναι η τσιμιά το τζάκι δηλαδή και δίπλα η βρύση της στέρνας. Γέρνει δηλαδή λίγο προς τα έξω κι έχει μια τρύπα φαρδιά που διώχνει τα σαπουνόνερα έξω. Το σαπουνόνερο είναι σπουδαίο για τα λουλούδια και τα λαχανικά, Εδώ καλέ που το πετάνε τόσο νερό;...δεν το λυπούνται;, Εδώ ανοίγουν τη βρύση και φρρρ! τρέχει το νερό..Δεν έχουν στέρνα να φοβούνται μην πατώσει και μείνουν χωρίς νερό, Πάντως το στερνίσιο το νερό είναι το καλύτερο, Είναι θεοβρεχάμενο. Είναι ωραίο γλυκό νερό, Βέβαια το νερό της στέρνας πρέπει να το προσέχεις.

ΝΤΙΝΟΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ, «Ο Σαρλό και το αθάνατο νερό»

Κρύο κρύο μπούζι γλυκό σαν το καρπούζι, Το αθάνατο νερό λέω εσύ που αγαπάς τα παιδία δεν θα μπορούσες να μας έφερνες την άλλη φορά που θα έρθεις στην Άρτα κάνα σκουτελάκι μ' αθάνατο νερό...Ξέρεις για το φθισικό παιδί.

ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ, «Με πλοίο»

Εκ πρώτης τα μακρινά θαλασσινά ταξίδια δεν μου πάνε, Να παρατηρήσω αν στη θάλασσα που διασχίζουμε υπάρχουν διάσελα, Να 'χω το νου μου για καρχαρίες και σκυλόψαρα όταν θα μπαίνουμε σε επικίνδυνα νερά σε περιοχή με θαλασσοταραχή και ανεμοστρόβιλους κι άλλα πολλά που πάνε με μια ανοιχτόκαρδη διάθεση.

ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ, «Το θέλγητρο της Ανδαλουσίας»

Δεν υπάρχει όμως άλλη σαν την Ανδαλουσία που η ανάμνησή της να τραγουδάει μέσα μας σαν πίδακας νερού.  Ανθισμένα πάτιος γεμάτα αρωματισμένη σιγή στενοί δρόμοι με δροσιά πηγαδιών, Μουσικά νερά αναβρυτηρίων μέσα σε πάρκα μαγεμένης αυλής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.