Κυριακή, 1 Μαρτίου 2015

"Ιππότες του δρόμου" της Ελένης Φ.

Κεφάλαιο 2 

Ο ξεδοντιάρης Τζακ

«Κοριτσάκι μου, εγώ τόσα χρόνια κάθομαι και ζητιανεύω εδώ σ’ αυτήν την γωνία και η αστυφυλακή ποτέ δεν έκανε τη δουλειά της. Καλά έκαναν σου λέω!».
«Ναι, αλλά η αστυφυλακή δεν προσέχει την αγορά;».
Την κοίταξα. Γλυκό κοριτσάκι. Μόλις εφτά χρονών. Μαυράκι, με πράσινα μάτια και ίσια, λευκά(!!) μαλλιά. Την λυπήθηκα. Τέτοια παιδιά, με έχει διδάξει η ζωή ότι τα πουλάνε σε σκλαβοπάζαρα και τα βασανίζουν. «Θα μεγαλώσεις και θα καταλάβεις.».
«Ρέιτσελ, έλα γρήγορα!». Μόλις είχε φτάσει τρεχάτη η μαμά της.
«Μαμά, η Ισόλτ πού είναι;».
«Δεν είναι μαζί σου;».
«Όχι.».
«Δεν μου λες, κοριτσάκι μου;», τη ρωτάω. «Η αδερφή σου, η Ισόλτ – αδερφή σου δεν είναι; - είναι μαύρη με πράσινα μάτια και γαλάζια μαλλιά;».
«Ναι.».
«Πήγε απ’ το στενό εκεί πέρα.». Φυσικά και τους είπα ψέματα. Την ξέρω τη κοπελιά και θα με γδάρει αν μάθει ότι είπα στην μαμά της που είναι. Περίεργη οικογένεια, σκέφτηκα. Έχουν τόσο παράξενα χαρακτηριστικά. Μιλώντας για περίεργα χαρακτηριστικά… «Ε, Γκόβαμοβ!».
Ο σιδεράς με πλησίασε. «Τι είναι, Τζακ;».
«Εκείνους τους νεαρούς που όρμησαν τις προάλλες στους κλέφτες, καμιά ιδέα γι’ αυτούς;».
«Α, εκείνοι; Τον γέρο-Γιάννη τον ξέρεις;».
«Τον εργολάβο που όλο χρωστάει ενοίκια;».
«Αυτόν. Για κείνον δουλεύουν. Αυτός με το μοβ μαλλιά, τον λένε Γκάλαντιν. Λιγομίλητος. Τον άλλον, εκείνο το θεριό, τον λένε Λόγχεριν. Γιατί ρωτάς;».
«Περιέργεια.». Με κοίταξε. «Γιατί χρωστάει νοίκια αυτός;».
«Κόλλησε τους τελευταίους μήνες σε μία οικοδομή – μία του Δούκα – επειδή δεν του δίνουν οι ξυλοκόποι ξύλα. Και φυσικά, χωρίς δουλειά κόβεται και ο μισθός.». Με πλησίασε και μου είπε στο αυτί: «Κυκλοφορούνε φήμες, ότι στο δάσος υπάρχουν γίγαντες.».
«Τι γίγαντες;». Διότι αν ήταν οι γίγαντες που ήλπιζα ότι ήταν…
«Λένε ότι όλοι τους κρατάνε βιβλία. Εκτός από έναν που κρατάει μια πένα  και έναν άλλο..»
«Που κρατάει μια γαβάθα νερό κι ένα σκήπτρο;».
«Πού το ξέρεις; Μη μου πεις ότι έχεις γνωριμίες μ’ αυτούς!». Εγώ όμως ούτε που τον άκουγα. Σηκώθηκα, μάζεψα την κουβερτούλα μου και πήγα να φύγω.
«Ε! Στο δάσος πας; Τζακ, τρελάθηκες;».
«Όχι μόνο εγώ. Ο κόσμος γενικότερα!».
«Μήπως ξέρεις κάτι και δεν μας το λες;».
«Εγώ; Το μόνο που ξέρω είναι ότι δεν ξέρω τίποτα. Σκοπεύω, όμως, να μάθω.». Τον άφησα εκεί και έφυγα σφυρίζοντας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.